Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Σκέψεις για την γλώσσα των νέων
Δεν είναι λίγες οι φορές που τις τελευταίες δεκαετίες ακούγονται δριμύτατες κριτικές κατά της σύγχρονης νεολαίας και του τρόπου που εκφράζεται γλωσσικά. Συνήθως πρόκειται για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και διαφορετικής παιδείας που θεωρούν ότι η γλώσσα των νέων δεν αρμόζει στα ελληνικά ήθη και με αφορμή αυτήν προχωρούν και σε μία γενικότερη κριτική της συμπεριφοράς και των ιδεών τους. Δέχονται επιθέσεις για τις ξενόγλωσσες λέξεις που χρησιμοποιούν και για το υβρεολόγιο και τη χυδαιολογία που έχουν προσαρμόσει στον προφορικό τους λόγο.
Βέβαια, μία τέτοια κριτική δεν είναι και τόσο σύγχρονη. Από την αρχαιότητα ακόμη μεγάλοι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τη συμπεριφορά και τη γλώσσα των νέων. Ωστόσο, πρόσφατα σχετικά η κριτική τούτη στρέφεται κυρίως κατά της γλώσσας τους κάνοντας λόγο για αφελληνισμό της.
Οι συνήθεις κατηγορίες που τους αποδίδονται είναι ο επερχόμενος θάνατος της γλώσσας μας με τους νεολογισμούς που χρησιμοποιούνται συχνότατα.
Από την άλλη κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούν περιορισμένο λεξιλόγιο στην καθημερινή τους επικοινωνία και πως παραμορφώνουν τη γλωσσική δομή με ασυνταξίες ή αναστατώνουν τον «παραγωγικό μηχανισμό» της ελληνικής παραβιάζοντας τους γραμματικούς κανόνες και δημιουργούν νέες λέξεις αλλάζοντας συχνότατα τις σημασίες των υπαρχουσών λέξεων.
Μία άλλη σχετική κατηγορία είναι ότι δανείζονται αλόγιστα από ξένες γλώσσες και ιδιαίτερα από τα αγγλικά ή τα γαλλικά χρησιμοποιώντας τις ελεύθερα στο γραπτό ή προφορικό λόγο. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν οι γνωστές εθνοκεντρικές αντιλήψεις περί αναλφαβητισμού, εφόσον οι νέοι δεν είναι σε θέση να εκφράζονται σωστά γραπτώς.
Κάπου εδώ οφείλουμε να δούμε, όμως, και ποιοι είναι τελικά εκείνοι που αποδίδουν τέτοιες κατηγορίες και αν εν τέλει πρόκειται για επιστήμονες ή απλά θυμοσόφους. Πρόκειται, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν ξεφύγει προ πολλού από τη νεανική. Αναλόγως είναι μίας διαφορετικής κουλτούρας και συχνά απέχουν από τα νεανικά δρώμενα (ακόμη κι αν είναι γονείς μαθητών).
Μέσα στην παραζάλη των ΜΜΕ και δη των ηλεκτρονικών μέσων και τα βιαστικά συμπεράσματα των δημοσιογράφων και ορισμένων φιλολόγων βγαίνουν αβίαστα τέτοια συμπεράσματα. Ωστόσο, οι γλωσσολόγοι –οι ειδικοί επί του θέματος- τονίζουν ότι δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο, αλλά για παγκόσμιο. Μάλιστα, αυτοί είναι που υποστηρίζουν άμεσα τη νεολαία, τονίζοντας ότι καμία γλώσσα δε χάθηκε ποτέ λόγο του νεανικού τρόπου επικοινωνίας. Αντίθετα, οι γλώσσες εμπλουτίζονται καθώς μόνο οι νέοι έχουν βιολογικά και κοινωνιολογικά τη δύναμη να παρατηρούν τις κοινωνικές αλλαγές και να τις περιγράφουν.
Εξάλλου, στόχος της γλώσσας είναι η επικοινωνία των μελών μιας συγκεκριμένης κοινωνίας-κοινότητας και ενός συγκεκριμένου τόπου. Εφόσον αυτό επιτυγχάνεται, κανένας δεν έχει δικαίωμα να χαρακτηρίζει τους νέους ότι δε χρησιμοποιούν ορθώς την ελληνική, αλλά χρησιμοποιούν μία εκδοχή της ελληνικής. Εκτός κι αν κάποιος θεωρεί ότι η γλώσσα των νομικών ή των γιατρών ή της ποίησης αποτελούν την επίσημη εκδοχή της ελληνικής. Φυσικά θα επρόκειτο για αστειότητα αλλά αυταπόδεικτα οι προαναφερθείσες επαγγελματικές γλώσσες όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές διάλεκτοι εμπλουτίζουν την ελληνική.
Η ίδια η γλώσσα δεν αποτελεί πανάκεια ούτε κάτι στατικό. Ας θυμηθούμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν με ατονικό σύστημα, χωρίς κενά μεταξύ των λέξεων, βουστροφηδόν και κεφαλαιογράμματα. Άρα η πρώτη αλλοίωση επήλθε με τους τόνους και τα πνεύματα ή τα μικρά γράμματα. Και πάλι αστειότητες, επειδή όλα ήταν κοινωνικές και πολιτικές ή πολιτιστικές ανάγκες των εποχών. Αφήστε που τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές ή ανελκυστήρες ή οδοντογιατροί, χωρίς να ξεχνάμε τη μουσική προφορά της ελληνικής ή την καθαρά φωνητική της γραφή (σήμερα είναι ιστορική και όχι φωνητική, όπως η σλάβικη π.χ.). Η γλώσσα λοιπόν, αλλάζει και δεν κινείται σε γραμμικό επίπεδο ανάλυσης,όπως αυτή της γραμματικής· παρακολουθεί τις κοινωνικές κι επιστημονικές αλλαγές της ομιλούσας ομάδας. Μια γλώσσα διαμορφώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο και δομημένο κοινωνικό σύνολο με ομοιογένεια.
Από την άλλη, δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε ότι η γλώσσα των νέων έχει έναν καθαρά συνθηματικό χαρακτήρα. Οι νέοι θέλουν να μιλούν έτσι για να μη γίνονται κατανοητοί από τους γύρω τους. Σχετικά με την αλόγιστη χρήση των αλλόγλωσσων λέξεων είναι γνωστό ότι ο κώδικας τούτος είναι από τους πιο σαφείς και αφαιρετικούς, χωρίς περιττολογίες και χρησιμοποιείται και από μορφωμένους νέους (γι’ αυτό και στο μάθημα της Έκθεσης έχουν χαμηλούς βαθμούς).
Και δεν μπορώ να παραδεχτώ την θεωρία περί άγνοιας των γραμματικών κανόνων. Οι κανόνες είναι γνωστοί, αλλά μέσα στην ανάγκη διάκρισης στη σχολική και ευρύτερη νεανική κοινότητα αδιαφορούν άμεσα. Αλλά ότι υπάρχει κακή γλωσσική εκπαίδευση ή χαμηλοί βαθμοί που επηρεάζουν σε αυτή την κατεύθυνση είναι γεγονός. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν και οι γνωστοί δημοσιογραφικοί νεολογισμοί και τα μαργαριτάρια τους, που επηρεάζουν όλη την κοινωνία και τη νεολαία, σε συνδυασμό με τους διαλόγους μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, εξαρτώμενοι και τούτοι απ’ το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.
Σαν επίλογο θα έλεγα ότι η σημερινή νεολαία έχει τη δική της γλώσσα με τους δικούς της κανόνες και στόχο τη μεταξύ τους επικοινωνία μόνο. Τούτος ο συνθηματικός χαρακτήρας εντοπίζεται σε όλο τον κόσμο και κάθε εποχή. Με τον καιρό και την ενηλικίωση και την παράλληλα ενσωμάτωση στην κοινωνία η γλωσσική τους επιλογή εγκαταλείπεται και ακολουθούν τους κανονικούς γλωσσικούς κανόνες

Οι νέοι όχι μόνο δεν πάσχουν από λεξιπενία, αλλά έχουν γλώσσα πλούσια και συνεχώς ανανεούμενη. Απλώς, είναι άλλη από αυτήν που μιλάνε οι μεγάλοι. Δεν λέμε και τίποτα καινούργιο. Από την εποχή της boom generation (της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς εφήβων στις δυτικές κοινωνίες), το φαινόμενο μιας ιδιαίτερης γλώσσας για τη νεολαία έχει γιγαντωθεί. Οι τινέιτζερ -και δεν μιλάμε μόνο για τους Αμερικανούς, αλλά και για τους Αγγλους, τους Γάλλους, ακόμη και για τους έλληνες τεντιμπόηδες- επιχειρούσαν να διαφοροποιηθούν από τους ενηλίκους και μέσω της γλώσσας. Η αργκό είναι ανατρεπτική και επιχειρεί να σοκάρει, οπότε υπήρχε (και, φυσικά, υπάρχει) ευρύτατη χρήση υβρεολογίου, μόνο που σήμερα ελάχιστοι γονείς σοκάρονται αν το παιδί τους πει «και γαμώ» αντί για «σού- περ» ή «επικό!» Αυτοί που όντως σοκάρονται ακόμη (οι παππούδες, π.χ., ή οι καθηγητές των θρησκευτικών) είναι αυτοί που καταγγέλλουν τη νέα γενιά για το φτωχό της λεξιλόγιο.

Οσο οι έφηβοι χωρίζονται σε υποομάδες, η γλώσσα τους θα αποκτά και περισσότερο πλούτο - αφού αλλιώς μιλάνε οι γκοθάδες, αλλιώς οι emo, αλλιώς οι φανατικοί φίλαθλοι, αλλιώς οι γκέιμερ, οι σκέιτερ, οι μοδάτες κ.ο.κ.

Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας των νέων είναι ότι εκφράζει και εκφράζεται μέσα στην «παρέα», το δίκτυο των συνομηλίκων. Κατά συνέπειαν, δεν υπάρχει μια ενιαία γλώσσα• κάθε παρέα έχει δικό της κώδικα επικοινωνίας, που μπορεί να τον «αρπάξει» μια άλλη παρέα και μετά μια άλλη, μέχρι που κάποιες εκφράσεις να υιοθετηθούν από μεγάλο μέρος της νεολαίας, ειδικά με την εξέλιξη της τεχνολογίας της επικοινωνίας.

Γιατί οι νέοι αναπτύσσουν δικούς τους τρόπους έκφρασης; Ο διδάκτωρ Γλωσσολογίας Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, που ασχολείται ειδικά με τη γλώσσα στη νεανική κουλτούρα, σημειώνει: «Τα κοινωνικά δίκτυα των νέων είναι στενότερα από αυτά των ενηλίκων, γεγονός που εντείνει την πίεση γλωσσικής συμμόρφωσης με την παρέα. Απ' την άλλη, οι συμβάσεις γλωσσικής ευγένειας και απόστασης που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως κατά την εφηβεία. Ετσι εξηγείται το ότι η συχνότητα μη πρότυπης γλώσσας είναι μεγαλύτερη στη νεότητα από ό,τι στην ενήλικη ζωή. Ψυχολογικά, κατά τη νεανική ηλικία διαμορφώνεται η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα. Η απόρριψη κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς και ο πειραματισμός με εναλλακτικά μοντέλα, τάσεις που γενικότερα χαρακτηρίζουν την εφηβεία, εκφράζονται και γλωσσικά. Με την ιδιαίτερη γλώσσα τους οι νέοι συμβολίζουν ότι ανήκουν σε μια ηλικία με δικά της ενδιαφέροντα και αξίες, που διαφέρει τόσο από τα παιδικά όσο και από τα ενήλικα χρόνια».

Η ατυχία της σημερινής νεολαίας είναι ότι οι ενήλικοι αρπάζουμε τη γλώσσα της και τη χρησιμοποιούμε ευρύτατα. Μια ενδιαφέρουσα έρευνα για τη γλώσσα, που έκανε η ALCO το 2005 για το Ινστιτούτο Εικοινωνίας, ρωτούσε Ελληνες 16-56 ετών ποια λέξη θα χρησιμοποιούσαν για να αντιδράσουν σε κάτι αναπάντεχο: Το 20% δήλωσε ότι προτιμά τη λέξη «έμεινα», το 13% το «κουφάθηκα», το 5% το «καράφλιασα», το 25% το «απίστευτο» και μόλις το 15% το «εξεπλάγην» ή το «εκπλήσσομαι»! Το συμπέρασμα; Το «απίστευτο» έχει εισχωρήσει βαθιά στην καθομιλουμένη των ενηλίκων• άλλο συμπέρασμα, λίγο άσχετο, είναι ότι το «καράφλιασα» είναι πλέον «πασέ», ή μήπως πρέπει να πω λαστ γίαρ;

Από την άλλη, οι σημερινοί 16άρηδες έχουν στη διάθεσή τους όλο τον γλωσσικό πλούτο που δημιουργήσαμε εμείς οι παλαιότεροι 16άρηδες. Η εξέλιξη της γλώσσας έχει φέρει και εξέλιξη στη νεανική αργκό, και έτσι, π.χ., το παλιότερο «Την κάνω» = φεύγω, έχει γίνει «τηγκανά», ενώ το «τζάμι» = τέλειο, σούπερ, έχει παραλλαχθεί επιτυχέστατα σε «τζαμάουα», αλλά και στο «τζαμιροκουάι» (που αποτελεί και αναφορά στον γνωστό μουσικό)!

Εκτός από εκφράσεις που ήταν κάποτε υπερβολικά της μόδας και τώρα ακούγονται ξεπερασμένες (βλέπε το «καράφλιασα» πιο πάνω ή το «ιν»), οι παλιές καλές αργκό, όπως το «φυτό», το «ούτε με σφαίρες» ή το «φάγαμε πακέτο», αλλά και τα ποδανά (η λέξη ειπωμένη ή γραμμένη ανάποδα, π.χ., ο λοστρέ = ο τρελός) αποτελούν την κληρονομιά που αφήνουμε στη γλώσσα εμείς της γενιάς των 80s. Δίπλα σ' αυτήν, σήμερα, οι πιτσιρικάδες έχουν συμπληρώσει έναν ολόκληρο κατάλογο από ξένες λέξεις, ξενικής έμπνευσης λέξεις, λέξεις του διαδικτύου, λέξεις της εποχής της επικοινωνίας (που χρησιμοποιούν στο msn, στα chat rooms και στην αποστολή sms).

Το παγκόσμιο χωριό έχει φέρει την αγγλική γλώσσα και την αγγλική αργκό μέσα στα ελληνικά σπίτια - και έτσι δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το φαινόμενο, ειδικά αφού εδώ και χρόνια αρκετοί ενήλικοι χρησιμοποιούμε το «Θα σε πάρω πίσω» (Ι will call you back) ή το «a.s.a.p.» (as soon as possible = το συντομότερο δυνατό). Από την άλλη, τα chat rooms και τα blogs ορισμένες φορές «έκοβαν» αυτόματα τις υβριστικές εκφράσεις• κι έτσι έχει δημιουργηθεί μια σειρά από λέξεις που μοιάζουν με τις βρισιές, αλλά περνάνε από τη... λογοκρισία. Στο γλωσσάρι που ακολουθεί παραθέτουμε κάμποσες εκδοχές του «*******».

Τα ΜΜΕ παίζουν, φυσικά, το ρόλο τους σ' αυτό το γαϊτανάκι της γλώσσας: α) Δανείζουν λέξεις στη νεολαία• έτσι, ο «Μαέβιους» είναι αναφορά στην εκπομπή των Α.Μ.Α.Ν., ο Τζακ Μπάουερ αποτίει φόρο τιμής στην τηλεοπτική σειρά «24», ενώ το «Μαμαλάκης» χαρακτηρίζει τον καλοφαγά κ.ο.κ. β) Δανείζονται λέξεις από τη νεολαία, βλέπε τον Τζίμη των «10 μικρών Μήτσων». Αυτό αυξάνει το κύρος της γλώσσας της νεολαίας, αλλά τείνει να περιορίσει τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα. Από την άλλη, χάρη στην τηλεόραση, αλλά και στα «νεανικά» περιοδικά, οι εκφράσεις της νεολαίας δεν έχουν πια σύνορα• κι έτσι, από την Καρδίτσα ώς την Ξάνθη η πιτσιρικαρία μπορεί να φωνάξει χαρωπά: «Δεν υπάρχει
(από τον περιοδικό τύπο)

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

 Παρατηρήστε προσεκτικά τις παρακάτω εικόνες και προσπαθήστε να μαντέψετε τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα,την εποχή που ζουν και τον τύπο του οικογ.περιβάλλοντος που μεγαλώνουν.






ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


 
 
 

Η οικογένεια αποτελεί το βασικό κύτταρο της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Η καθιέρωση του θεσμού αυτού έγινε από τα πρώτα σχεδόν βήματα της ζωής του ανθρώπου στη γη , και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στη ζωή των μεμονωμένων ατόμων. Η οικογένεια άσχετα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά καιρούς , σαν θεσμός έχει αναγνωριστεί και λειτουργεί με τη μία ή την άλλη μορφή σε όλες τις χώρες του κόσμου , είτε αυτές είναι πολιτισμένες είτε είναι απολίτιστες.
Ο κυριότερος προορισμός της οικογένειας είναι η διαιώνιση του είδους. Αλλά μετά την συγκρότηση της οικογένειας και ιδίως μόλις γεννηθούν τα παιδιά εμφανίζονται πλήθος ευκαιρίες για χαρές πρωτόγνωρες και απολαύσεις μοναδικές, που ο άνθρωπος μόνο στα πλαίσια της οικογένειας μπορεί να νιώσει.
Ο καθένας από τους δύο συζύγους ανακαλύπτει στο πρόσωπο του άλλου τον αφοσιωμένο σύντροφο και συμπαραστάτη στις αντιξοότητες και δυσκολίες που συναντάει , τον ανεκτίμητο βοηθό στις υποθέσεις που τον απασχολούν , τον ανιδιοτελή και ειλικρινή σύμβουλο στα προβλήματα που τον ταλαιπωρούν και τον άδολο σύμμαχο στον αγώνα της ζωής. Οι γονείς βρίσκουν στα πρόσωπα των παιδιών τους την πηγή της χαράς , το στήριγμα των ελπίδων τους και το σκοπό της ζωής τους. Τα παιδιά αντίθετα βρίσκουν στα πρόσωπα των γονιών τους φύλακες της ασφάλειάς τους , τους εγγυητές των δικαιωμάτων τους , τους συντελεστές της μόρφωσης και της προόδου τους , τους καθοδηγητές τους στο γεμάτο παγίδες δρόμο της ζωής τους.
Ο σημαντικός ρόλος που έχει ανατεθεί στην οικογένεια δεν είναι πρόσφατος. Για αιώνες τώρα οι γονείς έχουν αφοσιωθεί και έχουν καταπιαστεί με την ανατροφή των παιδιών τους. Αποτέλεσμα είναι από την μακροχρόνια πείρα να έχουν δημιουργηθεί ορισμένοι κανόνες ανατροφής που στηρίζονται μάλλον στη συνήθεια και την πείρα παρά στην επιστήμη και στην παιδαγωγική. Οι κανόνες αυτοί παραδίδονται προφορικά , αλλά και πρόχειρα και ασύνειδα από τους προηγούμενους στους μεταγενέστερους. Άλλες όμως ήταν οι συνθήκες των κοινωνικής συμβίωσης στο παρελθόν και άλλες είναι τώρα. Σήμερα οι όροι διαβίωσης ,ανατροφής , υγιεινής , ενδυμασίας , μόρφωσης , ψυχαγωγίας και συμπεριφοράς έχουν αλλάξει ριζικά. Οι συνθήκες διαβίωσης λοιπόν έγιναν σήμερα πιο σύνθετες και περίπλοκες από ότι στο παρελθόν , άρα και ο ρόλος της οικογένειας έγινε ακόμα πιο δύσκολος και πιο σημαντικός.
Στη μεταβαλλόμενη διαρκώς κοινωνία μας η οικογένεια αγωνίζεται να προσαρμοστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίσει με τις νέες συνθήκες και τα νέα ήθη. Είναι πλέον γεγονός , οι παραδοσιακές μορφές οικογένειας[1] χάνουν έδαφος. Οι πολύτεκνες επίσης οικογένειες μειώνονται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια , ενώ τα μονομελή νοικοκυριά[2] αυξάνονται συνεχώς. Παράλληλα ο μεγάλος αριθμός διαζυγίων και η δημιουργία νέων οικογενειών , μέσω ενός δεύτερου γάμου συνθέτουν ένα ολοένα διαφορετικό τοπίο μονογονεϊκών ή ανασυγκροτημένων οικογενειών.
Οι επιστήμονες αρχίζουν να μιλούν για απομυθοποίηση του παραδοσιακού προτύπου[3]  και για σταδιακή αντικατάστασή του από διαφορετικές μορφές οικογένειας.




Η ελληνική οικογένεια έχει υποστεί βασικούς μετασχηματισμούς όπως από πυρηνική οικογένεια σε εκτεταμένη , διαζευγμένη ή ανασυγκροτημένη οικογένεια , από πατριαρχική οικογένεια τείνει προς συντροφικότητα , από αυτάρκες οικονομικό σύστημα έχει γίνει καταναλωτικό οικογενειακό σύστημα και από οικογένεια γέννησης πολλών παιδιών έχει φτάσει στην υπογεννητικότητα. Όλα αυτά τα δεδομένα έχουν επιφέρει επίσης μεταβολές στην εσωτερική λειτουργία της και έχουν οδηγήσει στην ανανέωση και την αναπροσαρμογή των ρόλων που αναλαμβάνουν τα μέλη της. Η ελληνική οικογένεια δεν διαφέρει ουσιαστικά από την οικογένεια των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως επειδή όλες αυτές οι ραγδαίες εξελίξεις , δεν έχουν αφομοιωθεί εξίσου από όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα , γι’ αυτό και συναντά κανείς στην ελληνική οικογένεια όλα σχεδόν τα οικογενειακά χαρακτηριστικά , τα παραδοσιακά και τα σύγχρονα.
Στην Ελλάδα από τους εκατό χιλιάδες γάμους που συνάπτονται κάθε χρόνο , οι δέκα χιλιάδες καταλήγουν στο διαζύγιο. Από τα διαζύγια αυτά μένουν χωρίς οικογένειες οχτώ χιλιάδες παιδιά[4]. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και δύο χιλιάδες εξώγαμα που γεννιούνται κάθε χρόνο από ανύπαντρα ζευγάρια  Η κρίση που περνάει , όπως βλέπουμε , ο θεσμός της οικογένειας και ιδίως η ευκολία με την οποία οι γονείς σήμερα προχωρούν στη διάλυση του γάμου , στο διαζύγιο αλλά και στην επανασύσταση άλλης οικογένειας για δεύτερη και συχνά για τρίτη φορά, δημιουργεί, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου οι διαλυμένες οικογένειες έχουν ήδη αποχτήσει παιδιά, πλήθος μεγάλων και συχνά αξεπέραστων προβλημάτων.
Παλαιότερα οι γάμοι διαρκούσαν «εφ’ όρου ζωής» , ενώ τώρα η διάρκειά τους δεν ξεπερνά κατά μέσο όρο τα πέντε με έξι χρόνια. Η αντίληψη του άρρηκτα δεμένου ζευγαριού που συναντούσαμε πριν από τη δεκαετία του εξήντα , το οποίο προγραμμάτιζε τη ζωή του με βάση τη διάρκεια , αντικαταστάθηκε από την επιλογή του εφήμερου. Για την παραδοσιακή οικογένεια ο γάμος αντιπροσώπευε έναν ιερό και ακλόνητο θεσμό , ο οποίος εγγυόταν την ασφάλεια , την κοινωνική υπόληψη και τη γονιμότητα. Αλλά από τότε οι αξίες που στηρίζουν το ζευγάρι, η μορφή της οικογένειας και η κοινωνία έχουν υποστεί βαθιές αλλαγές. Από το 1972 μέχρι σήμερα έχουμε μια σταδιακή και μεγάλη αύξηση των διαζυγίων και ανάπτυξη των ελεύθερων σχέσεων. Η μεταβολή αυτή οφείλεται μεταξύ άλλων σε ένα επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού ρόλου των δύο φύλων. Ο άντρας , από τη μία μεριά , ίσως δεν χρειάζεται μια γυναίκα για να «μένει» στο σπίτι και να το φροντίζει , και η γυναίκα από την άλλη δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη συντήρησή της εισοδήματα. Συνεπώς η ένωση δύο ανθρώπων προσδιορίζεται κατά κύριο λόγο από την αναζήτηση της ευτυχίας μέσω του ερωτικού συναισθήματος[5].
Παράλληλα η μείωση των γεννήσεων, η άρνηση δημιουργίας για οικογένεια, κλπ. είναι παραδείγματα αυτής της "κρίσης". Η είσοδος της γυναίκας τέλος στην αγορά εργασίας αλλά και σε όλα τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής έχει τροποποιήσει και μορφοποιήσει την εικόνα της γυναίκας και κατ' επέκταση την δομή της οικογένειας.




Η Ελληνική οικογένεια εξελίσσεται δυναμικά τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Σήμερα , όπως προανέφερα , συνυπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι οικογένειας. Μία διάκριση που πρέπει όμως αρχικά να γίνει είναι δύο τύποι οικογένειας που συνυπάρχουν σε όλους τους τύπους που θα αναλυθούν παρακάτω.
Είναι η οικογένεια προσανατολισμού και η οικογένεια αναπαραγωγής. Η πρώτη είναι η οικογένεια μέσα στην οποία γεννιέται κανείς και αποτελείται από τον εαυτό του, τα αδέρφια του αν υπάρχουν και τους γονείς του. Η δεύτερη δημιουργείται όταν ένας άνθρωπος σχηματίσει μια νέα οικογένεια όπου ίσως παντρευτεί και κάνει και παιδιά.
Αναφορικά με τους διάφορους τύπους οικογένειας που δημιουργούνται με την αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων ή αποτελούν ήδη παραδοσιακά πρότυπα πάνω στα οποία «πατούν» οι νεότεροι άνθρωποι έχουμε τους εξής :
την παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια , που δημιουργείται με γάμο και περιλαμβάνει γονείς και παιδιά,
την εκτεταμένη οικογένεια που αποτελείται όχι μόνο από τους γονείς και τα παιδιά αλλά και από άλλα συγγενικά πρόσωπα,
τις μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο ή χηρεία ή πρόκειται για ανύπαντρες μητέρες,
τις ανασυγκροτημένες οικογένειες που προκύπτουν μετά από διαζύγια ή περιπτώσεις χηρείας
και τέλος τις «χωλές» οικογένειες όπου οι γονείς χωρίς να είναι διαζευγμένοι δεν μένουν μαζί για διάφορους λόγους.



Στις παραδοσιακές κοινωνίες έχουμε συνηθίσει την εικόνα ενός ζευγαριού και των παιδιών τους που λειτουργούν ως ομάδα σε όλα τα επίπεδα. Μια ομάδα που διαβιεί σε ένα νοικοκυριό στο οποίο ο καθένας έχει το δικό του ρόλο σύμφωνα με το φύλο του και την ηλικία του. Το κλασικό μοντέλο οικογενείας έχει σταθερές αξίες και τρόπους συμπεριφοράς που στόχος της είναι να τις μεταφέρει στις επόμενες γενεές αναλλοίωτα.
Στην πυρηνική οικογένεια ένα μέλος, το παιδί, αποκτά πρωταρχικό ρόλο, αποτελεί σκοπό και πάνω σε αυτό βασίζεται ο γάμος και η δημιουργία της οικογένειας.
Η μορφή αυτή οικογένειας επιδιώκει την κοινωνική άνοδο των μελών της, καθώς μέσα από την προσαρμογή των παιδιών στις καινούριες συνθήκες της κοινωνίας, προωθείται η οικογένεια ως σύνολο. Για την επίτευξη των επιδιώξεων αυτών λοιπόν, παρατηρείται μία υπερβολική προσήλωση στην προσπάθεια για τη μόρφωση των παιδιών, μία διάχυτη αγωνία και πίεση για την επίδοση τους στο σχολείο, καθώς η επιτυχία των παιδιών είναι στενά συνυφασμένη με την προώθηση και την ψυχολογική ανάταση των ίδιων των γονιών.
Το μοντέλο λοιπόν της πυρηνικής οικογένειας, χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία αλληλεξάρτησης, τα οποία όμως τελικά καταλήγουν σε αντιφάσεις και συγκρούσεις, τόσο για τους γονείς, όσο και για τα παιδιά. Ο αγώνας για την επίτευξη των προσωπικών επιδιώξεων, απαραίτητος όχι μόνο για την υλική ευημερία, αλλά και για τη στήριξη της προσωπικότητας, συγκρούεται μοιραία με τις προσδοκίες των άλλων μελών της οικογένειας για συντροφικότητα, υποστήριξη και φροντίδα. Όλη αυτή η αγωνία των γονιών για την κοινωνικοποίηση του παιδιού και την επίτευξη της πνευματικής τους ανέλιξης, οδηγεί αφενός τους γονείς σε συναισθήματα ευτυχίας, ικανοποίησης και κοινωνικής ανόδου, και αφετέρου σε θλίψη και πόνο, καθώς τα παραπάνω συνεπάγονται την απομάκρυνση του παιδιού από το σπίτι.
Από την άλλη μεριά, τις ίδιες αντιφατικές τάσεις και συναισθήματα, βιώνουν και τα παιδιά, καθώς είτε επιτύχουν, είτε αποτύχουν, δε θα απελευθερωθούν από τη σύγκρουση με τους γονείς. Γνωρίζουν καλά ότι η αποτυχία εισπράττετε από τους γονείς ως προδοσία, και η επιτυχία καθώς συνεπάγεται την απορρόφηση των παιδιών σε άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν οδηγεί και αυτή τελικά στην ολοκλήρωση και την ικανοποίηση των γονιών.
Ο παιδοκεντρικός αυτός χαρακτήρας επιδρά δραστικά και στη γυναικεία ταυτότητα καθώς αισθάνεται πως ο μοναδικός άνθρωπος που την έχει πραγματικά ανάγκη είναι το παιδί της, στο οποίο και προσφέρει την απόλυτη φροντίδα και αφοσίωση, αναμένοντας μέσα από την επιτυχία και την ολοκλήρωση των παιδιών, την προσωπική της αναγνώριση.




Η οικογένεια αυτή αποτελείται όχι μόνο από τους δύο συζύγους και τα παιδιά τους,
αλλά περιλαμβάνει και άλλα συγγενικά πρόσωπα, όπως είναι οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι θείοι ή οι θείες και τα ξαδέρφια. Επομένως αυτή η οικογένεια περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες πυρηνικές οικογένειες που συνδέονται με δεσμούς συγγενείας. Η κλασική εκτεταμένη οικογένεια συχνά αποκαλείται “οικογένεια τριών ή τεσσάρων γενεών”, διότι περιέχει τις τρεις γενιές των παππούδων, των γονέων και των παιδιών, που συνήθως ζουν αν όχι κάτω από την ίδια στέγη, πάντως στον ίδιο δρόμο ή στην ίδια γειτονιά και διατηρούν τακτική επαφή.
Η εκτεταμένη οικογένεια αποτελεί μια συνεργατική ομάδα στην οποία ανήκει από κοινού κάθε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, και ο αρχηγός της οικογένειας, είτε πατέρας, είτε αδερφός, είναι ο διαχειριστής της περιουσίας και όχι ο ιδιοκτήτης. Επίσης εξασφαλίζει στο άτομο την ένταξη σε μια σταθερή ομάδα, που ικανοποιεί όλες τις ανάγκες του. Καθώς συχνά οι ανάγκες του ατόμου ταυτίζονται με τις ανάγκες του συνόλου, το άτομο οφείλει να θέτει το συμφέρον του συνόλου ως ανώτερο και σημαντικότερο από το προσωπικό του συμφέρον, να είναι απόλυτα αφοσιωμένο στη οικογένεια του ενώ όλα τα μέλη είναι υπεύθυνα για τις πράξεις και τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου μέλους.
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν καθημερινά τα μέλη της εκτεταμένης οικογένειας προκειμένου να επιτύχουν την επιβίωση και να εξασφαλίσουν την αυτάρκεια, έχουν ωστόσο οργανωμένη τη ζωή τους με τρόπο απλό και ξεκάθαρο που διακρίνεται από κοινούς στόχους, κοινές αξίες και συμπληρωματικότητα στους ρόλους, ενώ χαρακτηριστικό της κοινωνικής δομής της εκτεταμένης οικογένειας είναι η αποτελεσματικότητά της να εξισορροπεί τις αντικρουόμενες τάσεις και επιθυμίες που υπάρχουν στην ανθρώπινη φύση. Πιο συγκεκριμένα ο σύζυγος – πατέρας είναι αδιαμφισβήτητα ο αρχηγός της οικογένειας, καθώς είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις για λογαριασμό ολόκληρης της οικογένειας, αυτός που έχει την καθολική ευθύνη για όλα τα θέματα της οικογένειας. Εκπροσωπεί την οικογένεια στον έξω κόσμο, αγωνίζεται για να θρέψει την οικογένεια του, να εξασφαλίσει τα συμφέροντα τους και να τους προστατεύσει από κάθε είδους επιθέσεις. Ο  ρόλος της γυναίκας από την άλλη μεριά, είναι συντονιστικός και συνδετικός, καθώς αποτελεί το σύμβολο αγάπης που δένει την οικογένεια και συμπληρώνει το ρόλο του άντρα. Παρ’ όλη την υποταγή που παρουσιάζει απέναντι στο σύζυγό της, η συμβολή της στην επιβίωση της οικογένειας είναι ιδιαίτερα σημαντική.





Η αυξανόμενη διάσπαση της πυρηνικής οικογένειας στη δυτική κοινωνία, όπως επίσης και η ραγδαία αύξηση των διαζυγίων τα τελευταία χρόνια, όπως προανέφερα, αφήνουν πολλούς γονείς να αναθρέφουν παιδιά μόνοι τους και να παλεύουν να παίξουν το ρόλο δύο ανθρώπων. Πρόκειται για τις μονογονεϊκές οικογένειες που γίνονται όλο και πιο ορατές στη σύγχρονη κοινωνία.
Στην μορφή της μονογονεϊκής οικογένειας καταλήγουν σε μεγαλύτερο βαθμό γονείς διαζευγμένοι όπου τα παιδιά συνήθως ζουν καθημερινά με τον ένα γονέα και βλέπουν τον άλλο περισσότερο ή λιγότερο τακτικά.
Έχουμε όμως και πολλές άλλες περιπτώσεις όπως είναι μητέρες που ζουν μόνες με ένα παιδί αγνώστου πατρός όπου το παιδί σπάνια γνωρίζει τον πατέρα του σε κάποιο σημείο της ζωής του ή μητέρες που γνωρίζουν μεν τον πατέρα αλλά ο τελευταίος αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί. Η γυναίκα αποφασίζει να κρατήσει το παιδί και να το μεγαλώσει μόνη της ενώ το παιδί θα μάθει για τον πατέρα του κάποια στιγμή της ζωής του αν το θελήσει η ίδια η μητέρα ή εάν τον αναζητήσει μόνο του.
Άλλη περίπτωση είναι οι χήρες και οι χήροι όπου το παιδί μπορεί να έχει γνωρίσει τον άλλο γονέα σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανάλογα με την ηλικία που ήταν όταν εκείνος πέθανε και με το πόσο του μιλούν γι’ αυτόν και υπάρχουν φωτογραφίες του στο σπίτι.
Συμβαίνει επίσης να υπάρχει ελεύθερη σχέση μεταξύ δύο γονέων οι οποίοι έχουν αναγνωρίσει το παιδί αλλά δεν θέλουν να ζουν κάτω από τη ίδια στέγη. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση σε αντίθεση με αυτή των διαζευγμένων γονιών έχει ζήσει ανέκαθεν με αυτόν τον τρόπο σε ένα τέτοιο περιβάλλον και δεν αποχωρίστηκαν αργότερα οι γονείς του.
Η υιοθεσία αποτελεί ακόμη έναν λόγο δημιουργίας μονογονεϊκής οικογένειας όταν ορισμένα μοναχικά άτομα αποφασίζουν να υιοθετήσουν ένα ή περισσότερα παιδιά Παρόμοια κάποια άτομα επιλέγουν αντί να υιοθετήσουν ένα παιδί να επιλέξουν ένα σύντροφο μόνο για να κάνουν ένα παιδί χωρίς όμως να θέλουν να ζήσουν μαζί του.
Σε όλες τις περιπτώσεις ο γονέας πρέπει να «χωριστεί στα δύο». Εφόσον ο ένας γονέας είναι απών ο άλλος θα πρέπει να εξασφαλίσει στο παιδί κατά κάποιο τρόπο μια διπλή γονεϊκή παρουσία. Αυτό αποτελεί μεγάλη ψυχική διαθεσιμότητα η οποία δεν διατίθεται πάντα ειδικά όταν ο γονέας είναι ευάλωτος λόγω χηρείας ή χωρισμού.
Όταν ο ένας γονέας χάνεται μετά από ένα διαζύγιο ή ένα θάνατο, αφήνει μια κενή θέση ή οποία δύσκολα καλύπτεται και ίσως με κανέναν τρόπο να είναι όπως εάν υπήρχε η παρουσία του άλλου γονέα. Ο άδειος αυτός χώρος πολλές φορές σπρώχνει το παιδί κοντά στο γονέα με τον οποίο πλέον ζει και δημιουργείται μία πολύ έντονη σχέση μεταξύ τους ιδίως όταν το παιδί δεν βλέπει πια το γονέα που έφυγε. Μια μητέρα επίσης που βρίσκεται ξαφνικά μόνη με ένα παιδί μπορεί να φτάσει στο σημείο να αφοσιωθεί ολόψυχα σε αυτό. Ορισμένα παιδιά επίσης έχουν την τάση να αναλαμβάνουν το ρόλο του συζύγου, του έμπιστου, του υποστηρικτή, ο οποίος προστατεύει το γονέα του από τα καταθλιπτικά συναισθήματα.
Ο κίνδυνος που δημιουργείται στη μονογονεϊκή οικογένεια είναι να ταυτιστεί το παιδί με τη μητέρα ή τον πατέρα και να εγκλωβιστούν και οι δύο σε ένα κόσμο δικό τους που δύσκολα χωρά τρίτους. Τα πράγματα είναι χειρότερα όταν από το οικογενειακό περιβάλλον λείπει η τακτική παρουσία άλλων συγγενικών προσώπων όπως παππούδες θείες κ.τ.λ.
Μερικές φορές επίσης που ο γονέας είναι αδύναμος ή απογοητευμένος και αγχωμένος, το παιδί αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίζει το γονέα του και τότε γίνεται γονέας του γονέα του. Επειδή αισθάνεται υπεύθυνο για την κατάστασή του κάνει τα πάντα προκειμένου να τον απαλλάξει από κάθε έγνοια, κάθε αντιξοότητα και υποκρίνεται συνήθως ότι όλα πάνε καλά και είναι ευτυχισμένο. Παραμερίζει όλα του τα συναισθήματα, όλες του τις απαιτήσεις και όλες τις προσωπικές του σκέψεις για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γονέα που βρίσκεται σε απόγνωση.
Ορισμένα παιδιά ξεπερνούν όλη αυτή την κατάσταση βρίσκοντας ένα πατρικό υποκατάστατο στο πρόσωπο ενός καθηγητή, ενός φίλου της μητέρας ή του πατέρα, ενός συγγενικού προσώπου ή στον πατέρα ή τη μητέρα κάποιου φίλου τους. Όλα αυτά τα πρόσωπα θα λειτουργήσουν σαν διαδοχικοί μεσάζοντες που θα του επιτρέψουν να σκιαγραφήσει ένα πρότυπο προς ταύτιση.




Οι ανασυγκροτημένες οικογένειες είναι αυτέ που δημιουργούνται από τον δεύτερο γάμο του ενός ή και των δύο συζύγων μετά από ένα διαζύγιο ή μία περίπτωση χηρείας. Γενικότερα είναι η οικογένεια που προκύπτει αρχικά από την ένωση ενός ζευγαριού στο πλαίσιο ενός ορισμένου τρόπου οικιακής ζωής στον οποίο εντάσσονται και τα παιδιά από προηγούμενους γάμους. Ορισμένες φορές ένα παιδί που μπορεί να δημιουργηθεί από αυτή την ένωση έρχεται να συμπληρώσει την όλη διάταξη. Οι λέξεις «μαμά» και «μπαμπάς» προορίζονται περισσότερο για τους βιολογικούς γονείς γι’ αυτό συνήθως το παιδί προσφωνεί τον «πατριό» του ή τη μητριά του με το όνομά τους.
Στο παρελθόν οι διαζευγμένοι γονείς δεν τολμούσαν να δημιουργήσουν μία νέα οικογένεια επειδή ντρέπονταν τον κοινωνικό περίγυρο εφόσον το διαζύγιο θεωρείτο κάτι το απρεπές. Έπειτα ίσως φοβούνταν τις επιπλοκές πιστεύοντας ότι ήταν πολύ πιθανό την πρώτη αποτυχία να την ακολουθήσει μια δεύτερη, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν όλοι διπλά και ιδίως τα παιδιά. Στις μέρες μας όμως η κοινωνία έχει εξελιχθεί, είναι πιο ανεκτική ενώ τα ζευγάρια πλέον τολμούν να χωρίσουν και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους πολύ πιο εύκολα.
Συμβαίνει επίσης συχνά οι γονείς να αρνούνται και σήμερα να συγκατοικήσουν ή να ξαναπαντρευτούν εξαιτίας των παιδιών , είτε επειδή εκείνα έχουν αντίρρηση είτε επειδή ο γονέας δεν θέλει να επιβάλει νέες αλλαγές στην καθημερινή τους ζωή.
Το φαινόμενο όμως των διαδοχικών συμβιώσεων είναι ολοένα και συχνότερο. Η πρώτη από αυτές είναι όλο και πιο σύντομη και η δεύτερη παίρνει τις περισσότερες φορές τη μορφή συγκατοίκησης ή συμβίωσης παρά γάμου. Αυτή η νέα οικογενειακή οργάνωση δημιουργεί μια σειρά από πρακτικά, νομικά, οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
Το παιδί έχει πλέον δύο οικογένειες, μία βιολογική οικογένεια, που είναι όμως διαλυμένη και μια πραγματική οικογένεια στην οποία ζει καθημερινά. Αυτή η οικογενειακή κατάσταση αν και δυναμική είναι δύσκολη επειδή είναι περίπλοκη. Η στιγμή της ανασυγκρότησης συνιστά μια νέα κρίση , μια ασταθή κατάσταση που συνεπάγεται πολύ κόπο, χρόνο, μεγάλη υπομονή και ψυχική διαθεσιμότητα




Η σημερινή πραγματικότητα έχει δημιουργήσει και μια άλλη μορφή οικογένειας, τις «χωλές» οικογένειες. Πρόκειται για συζυγικές οικογένειες που έχουν διασπαστεί σε δυο τμήματα, όχι γιατί οι σύζυγοι δεν επιθυμούν να ζουν μαζί αλλά γιατί μη οικογενειακοί λόγοι τους οδήγησαν σ' αυτό. Η κατάσταση αυτή οφείλεται κυρίως σε κοινωνικοοικονομικούς λόγους.
Το πρόβλημα της ανεργίας που μαστίζει τις σημερινές οικογένειες, τα έντονα οικονομικά προβλήματα και οι μεγάλες κοινωνικές απαιτήσεις οδηγούν στην διάσπαση του ζευγαριού προκειμένου να διασφαλίσουν μια ικανοποιητική ζωή. Τέτοια παραδείγματα «χωλών» οικογενειών έχουμε όταν υπάρχουν λόγοι όπου η εργασία των συζύγων , τους υποχρεώνει να είναι μακριά όπως ναυτικοί, μετανάστες, υπάλληλοι αποσπασμένοι σε άλλη περιοχή από εκείνη την οποία η οικογένεια κατοικεί μονίμως, καλλιτέχνες, επαγγελματίες, αθλητές κ.λπ. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου οι λόγοι δεν είναι επαγγελματικοί αλλά συνέπεια κάποιων καταστάσεων όπως όταν ο ένας σύντροφος είναι ασθενής, φαντάρος ή βρίσκεται στη φυλακή.
Οι επιδράσεις σε αυτή την περίπτωση κυρίως για τα παιδιά μοιάζουν με αυτές τον μονογονεϊκών οικογενειών αλλά σε ένα πολύ πιο «ελαφρύ» κλίμα καθώς ο γονέας απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα αλλά όποτε είναι δυνατό επισκέπτεται την οικογένειά του. Και πάλι όμως η απουσία προτύπου για το παιδί που δεν έχει σε καθημερινή βάση και τους δύο γονείς είναι σημαντική και καθοριστική αλλά σε έναν πιο κατανοητό βαθμό καθώς το παιδί γνωρίζει τον γονέα που απουσιάζει και την κατάσταση που τον αναγκάζει να είναι μακριά.





Τα παιδιά των προβληματικών οικογενειών αποτελούν ένα μεγάλο και άλυτο μέχρι στιγμής πρόβλημα με σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Ένα μερίδιο ευθύνης ίσως έχουν και η γονείς αλλά πολύ περισσότερο η κοινωνία. Τα μέχρι τώρα μέτρα όχι μόνο δεν απέδωσαν αλλά σε πολλές περιπτώσεις έβλαψαν και τα ίδια τα παιδιά και το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό επιβάλλεται η λήψη μέτρων σύμφωνων με τις σημερινές συνθήκες και τις σημερινές απαιτήσεις ώστε να υπάρξει κάποια βελτίωση στο ουσιαστικό αυτό πρόβλημα.  
Αναμφισβήτητα η οικογένεια βρίσκεται στο κέντρο του ευρύτερου συνόλου της ανθρωπότητας και πρέπει να αποτελεί μια ολοκληρωμένη μονάδα αυτοτελή για να ζήσει και να αναπτυχθεί το άτομο. Μια οικογένεια αν δεν λειτουργεί σωστά τότε το ίδιο το άτομο δέχεται αρνητικές επιπτώσεις και πρώτα απ’ όλα τα παιδιά είναι αυτά που εισπράττουν όλες τις στρεβλώσεις. Έτσι ένα άτομο που ζει μέσα σε μια προβληματική οικογένεια υποφέρει και υποβαθμίζεται σε όλους τους τομείς, ενώ ταυτόχρονα προβληματικές οικογένειες συντελούν στη δημιουργία μιας προβληματικής κοινωνίας.

 




Κογκίδου Δήμητρα, Μονογονεϊκές Οικογένειες (Πραγματικότητα – Προοπτικές – Κοινωνική Πολιτική) , Αθήνα , Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη , 1995
Γαλάνης Ν. Γιώργος, Οικογένεια με ένα γονέα (Μια πραγματικότητα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία) , Εκδ. Παπαζήση
Κλαιρ Γκαρμπάρ – Φρανσίς Τεοντόρ , Η Οικογένεια Μωσαϊκό , μτφρ. Καρρά Μαριλένα , εκδ. Πατάκη , 1996



(Διαδίκτυο)

Η Συμβολή της Τρίτης Ηλικίας στη Σύγχρονη Οικογένεια


 
Καραγιάννη Έφη
Ψυχολόγος, Msc Κλινικής Ψυχολογίας
 
 
H ελληνική οικογένεια σήμερα βρίσκεται για άλλη μία φορά σε ένα μεταβατικό στάδιο, σε μία φάση αλλαγής, καθώς η δομή και οι λειτουργίες της μετεξελίσσονται. Η μορφή της πυρηνικής οικογένειας όπως στερεότυπα την είχαμε στο μυαλό μας – πατέρας, μητέρα, παιδιά – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τείνει να εκλείψει. «Οικογένεια» πλέον θεωρείται εκείνη η ομάδα ατόμων που τα μέλη της ζουν μαζί, συμμετέχουν συναισθηματικά, μοιράζονται στόχους και αναλαμβάνουν από κοινού πολλαπλές ευθύνες με γνώμονα κυρίως την ανατροφή των παιδιών. Έτσι λοιπόν προκύπτει η οικογένεια εκτός γάμου, η μονογονεϊκή οικογένεια, η οικογένεια από δεύτερο ή τρίτο γάμο, η οικογένεια ομοφυλόφιλων συντρόφων κα.. Εξάλλου παράγοντες όπως οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, η αναγκαστική πλέον είσοδος της γυναίκας στον εργασιακό χώρο και οι αυξανόμενες οικονομικές απαιτήσεις έχουν επηρεάσει τις λειτουργίες και την οργάνωση ακόμη και της «πυρηνικής» οικογένειας. Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν και προκειμένου οι σύγχρονες οικογένειες να λειτουργούν αποτελεσματικά, έχει αλλάξει και ο ρόλος των παππούδων και των γιαγιάδων. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ισχυριστεί ότι μετά από μία περίοδο σχετικού παραγκωνισμού, ο ρόλος της «πρώτης γενιά» έχει και πάλι αναβαθμιστεί. Ας δούμε αναλυτικά.
 
Η προσφορά της «πρώτης γενιάς» στη «δεύτερη».
Δύο σημαντικοί δημογραφικοί παράγοντες, η «επιμήκυνση της νεότητας» και η «επιμήκυνση της αρχικής μετά τη σύνταξη περιόδου», έχουν συμβάλει στο να αλλάξει ποιοτικά και ποσοτικά η προσφορά της πρώτης γενιάς προς τη δεύτερη. Στις μέρες μας είναι μεγάλος ο αριθμός των νέων που επιλέγει σπουδές μεγάλης διάρκειας ( μεταπτυχιακές ή διδακτορικές), που καθυστερεί να βγει στην αγορά εργασίας, που αντιμετωπίζει ανεργία ή οικονομικές δυσκολίες. Παράλληλα με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής (73 έτη Μ.Ο. για τους άνδρες και 80 για τις γυναίκες) εξίσου μεγάλος είναι και ο αριθμός των συνταξιούχων, που βρίσκεται σε καλή φυσική κατάσταση και μπορεί να έχει περισσότερες κοινωνικές επαφές και περισσότερο χρόνο για την οικογένειά του. Έτσι οι ηλικιωμένοι γονείς καλούνται συχνότερα να δείχνουν τη συμπαράστασή τους  με συναισθηματικό και πρακτικό τρόπο προς τα ενήλικα παιδιά τους. Πώς γίνεται αυτό;
·        Οικονομικά: στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι γονείς είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν την οικονομική επιβάρυνση για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, ενώ συχνά τα βοηθούν οικονομικά και στην πορεία της ενήλικης ζωής τους. Τους προσφέρουν τη λεγόμενη «προίκα», τους καλύπτουν πάγια έξοδα (π.χ. τα δάνεια, τα φροντιστήρια), τους βοηθούν σε έκτακτες καταστάσεις (π.χ. σε μία ασθένεια, σε περίπτωση ανεργίας) κοκ.
·        Υλικά: στις περιπτώσεις που και οι δύο γονείς εργάζονται ή στις μονογονεϊκές οικογένειες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι εκείνοι που πολύ συχνά καλούνται να αναλάβουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την ανατροφή των παιδιών και την καθημερινότητα της οικογένειας (π.χ. ψώνια, λογαριασμοί, φαγητό, οικιακές δουλειές). Σε ό,τι αφορά μάλιστα το θέμα της ανατροφής των παιδιών θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν πρόκειται απλά για βοήθεια αλλά για πραγματική σχέση εργασίας. Η ανάθεση μέρους  της ανατροφής των παιδιών στους παππούδες δεν είναι πλέον μία λύση ανάγκης για οικονομικούς και πρακτικούς λόγους αλλά μία συνειδητή επιλογή που κάνουν οι νέοι γονείς, για να προσφέρουν στα παιδιά τους το καλύτερο από θέμα ασφάλειας και κάλυψης των συναισθηματικών τους αναγκών. Στην πραγματικότητα δηλαδή οι παππούδες καταλαμβάνουν μία θέση εργασίας με κύριο γνώμονα τη «σχέση εμπιστοσύνης». 
·        Κοινωνικά:  Αρκετές  φορές οι γονείς είναι εκείνοι που φροντίζουν για τις «δημόσιες σχέσεις» των παιδιών τους. Με τις γνωριμίες τους τα βοηθάνε στην εξεύρεση εργασίας ή στην επαγγελματική τους ανάπτυξη γενικότερα. Μας είναι οικείο το φαινόμενο ένας ελεύθερος επαγγελματίας να επιλέγει το επάγγελμά του, προκειμένου να πάρει την έτοιμη πελατεία του συνταξιούχου γονέα του.
·        Συναισθηματικά: αυτός είναι ίσως ο τομέας της προσφοράς των παππούδων που είναι ανεξάντλητος. Η αποδοχή, η συμπαράσταση, η κατανόηση και με άλλα λόγια η άνευ όρων γονεϊκή αγάπη είναι εκείνα τα δώρα που όλοι μας αποζητάμε από τους γονείς μας ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρισκόμαστε. Αυτό που θα μπορούσαμε ωστόσο να τονίσουμε είναι ότι για έναν νέο γονιό το θέμα της ανατροφής των παιδιών του γίνεται λιγότερο στρεσογόννο και δύσκολο, όταν έχει την υποστήριξη και την ενθάρρυνση από το δικό του γονέα.
 
Η προσφορά της «πρώτης» γενιάς στην «τρίτη» 
Αν ανατρέξει κανείς στα παιδικά παραμύθια ή στα κινούμενα σχέδια, θα διαπιστώσει ότι παρά τις αλλαγές που παρατηρούνται με τα χρόνια στο θέμα και στο ύφος τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες παραμένουν πάντοτε οι πιο ζεστές και αγαπητές φιγούρες, οι ήρωες που γεμίζουν τις παιδικές ψυχούλες με συναισθήματα αγάπης, ασφάλειας και σιγουριάς.
Η σχέση των παππούδων και των γιαγιάδων με τα εγγόνια τους είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Και αυτό συμβαίνει γιατί ταυτόχρονα είναι και ‘προνομιακή’. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες – ακόμη και όταν συμμετέχουν στην ανατροφή των παιδιών – βρίσκονται στην προνομιακή θέση να επικοινωνούν με τα παιδιά, να τους προσφέρουν την αγάπη και την προσοχή τους, χωρίς να φέρουν το βάρος της ευθύνης για την εξέλιξη τους. Απαλλαγμένοι από το άγχος που έχουν οι γονείς – ότι οι συμπεριφορές των παιδιών αντικατοπτρίζουν το πόσο καλοί γονείς είναι οι ίδιοι – είναι ελεύθεροι να αγαπούν και να απολαμβάνουν τα εγγόνια τους χωρίς όρους. Έτσι είναι σε θέση να επιτελέσουν αποτελεσματικά το ανεκτίμητο έργο τους. Πώς;
·  Τα μικρά παιδιά έχουν διαρκώς ανάγκη από ασφάλεια και σταθερότητα, από όποια πηγή και αν αυτά προέρχονται. Η παρουσία των παππούδων και των γιαγιάδων εξασφαλίζει στα παιδιά ότι θα βρεθεί κάποιος να τα πάρει από το σχολείο - όταν οι γονείς τους δεν θα μπορούν, να τους μαγειρέψει το αγαπημένο τους φαγητό, να τα πάει βόλτα, να τα βοηθήσει με τα μαθήματά τους. Με άλλα λόγια να τους εξασφαλίσει ότι η καθημερινότητά τους κυλάει κανονικά και όλες τους οι ανάγκες καλύπτονται. Εξάλλου η επαφή και μόνο με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, που κατά κύριο λόγο διακρίνονται για την ηρεμία και την υπομονή τους, βοηθάει τα παιδιά να αισθάνονται ασφαλή και σίγουρα.
·        Οι παππούδες και οι γιαγιάδες συμβάλλουν καταλυτικά στην συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Διαθέτουν το χρόνο, την εμπειρία και τη διάθεση να προσεγγίσουν χωρίς άγχος τα μικρά παιδιά, να μοιραστούν τις δυσκολίες τους, να παρακολουθήσουν από κοντά τα κατορθώματά τους, να τα επιβραβεύσουν. Ένα μεγάλο μέρος της αυτοεκτίμησης των παιδιών οφείλεται πάντα στους παππούδες. Παράλληλα, επειδή ακριβώς η αποδοχή στη σχέση τους είναι αμοιβαία, μπορούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά να τα συμβουλεύσουν και να τα καθοδηγήσουν, χωρίς να κινδυνεύουν να έρθουν αντιμέτωποι με ακραίες αμφισβητήσεις. Από την μεταξύ τους επαφή εξάλλου τα παιδιά μαθαίνουν να συναναστρέφονται με όλες τις ηλικίες, αποκτούν κοινωνικές δεξιότητες και κατανοούν την ιεραρχία – βάση της οποίας λειτουργεί η κοινωνία μας.
·        Η ουσιαστικότερη ίσως προσφορά των παππούδων στα εγγόνια τους και αυτή που δεν αντικαθίσταται με καμιά άλλη είναι η σύνδεση που τους προσφέρουν με το οικογενειακό παρελθόν τους. Με την ύπαρξή τους τους υποδεικνύουν από πού προέρχονται και τους παρέχουν ανεκτίμητα στοιχεία για να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους. Συμβάλλουν στο να διατηρούν δεσμούς με το παρελθόν και την παράδοση και να βιώνουν το απαραίτητο για κάθε ανθρώπινο ον αίσθημα της συνέχειας. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό, τα παιδιά το αντιλαμβάνονται ήδη από αυτή την ηλικία. Για αναλογιστείτε με πόσο ζήλο και ενδιαφέρον φτιάχνουν το «οικογενειακό τους δέντρο» στο σχολείο, ξεφυλλίζουν τα άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες και παρακολουθούν ιστορίες για τα κατορθώματα των παππούδων ή για το πώς ήταν και τι έκαναν οι γονείς τους όταν ήταν στην ηλικία τους.
 
Η προσφορά της «πρώτης» γενιάς στην οικογένεια ως σύστημα.
Λόγω των κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί, ο ρόλος της πρώτης γενιάς είναι πολύ σημαντικός, για να μπορεί η οικογένεια πρακτικά να επιτελεί επιτυχώς τις λειτουργίες της. Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες εκείνες της «τρίτης ηλικίας» που την καθιστούν σήμερα ‘προστάτη’ και ‘ισορροπιστή’ του θεσμού της οικογένειας;
Σε έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται και που η πληροφορία και η γνώση πλέον υπάρχουν σε αφθονία και είναι προσιτές σε όλους, η πρώτη γενιά έχει σε μεγάλο βαθμό χάσει το ρόλο της ως ο κάτοχος της γνώσης και της σοφίας. Ο νέος της ρόλος έχει να κάνει με τη συναισθηματική σταθερότητα και τη συνέχεια που προσφέρει στην οικογένεια ως σύστημα.
Συγκεκριμένα οι σημερινοί ενήλικες είναι παιδιά μιας γενιάς σαρωτικών αλλαγών σε πολλά επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, θεσμικό). Στην προσπάθειά τους να ακολουθήσουν τις αλλαγές αυτές και να τις προλάβουν, δείχνουν να έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους και τις σταθερές τους. Καθημερινά βιώνουν τεράστια διλήμματα: ‘Να δώσουν προτεραιότητα στην οικονομική ευημερία ή να επιδιώξουν την ποιότητα στη ζωή τους;’, ‘Να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως παραδοσιακά έχουν μάθει ή να γίνουν ‘φίλοι’ μαζί τους;’, ‘Να μείνουν σε ένα γάμο που δεν τους ικανοποιεί για το καλό των παιδιών ή να αναζητήσουν την προσωπική ευτυχία σε έναν νέο σύντροφο;’.
Τα άτομα της τρίτης ηλικίας, χάρη στο γεγονός ότι δεν μπορούν να επιταχύ-νουν για να προλάβουν τις αλλαγές και κινούνται με πιο αργούς ρυθμούς, έχουν τη δυνατότητα να αφομοιώνουν τις αλλαγές. Παρά το ότι οι ίδιοι αλλάζουν πιο αργά και πιο δύσκολα, γνωρίζουν περισσότερα για την αλλαγή από τους νέους, οι οποίοι χρειάζεται να μάθουν να ζουν σε έναν κόσμο που αλλάζει. Χρειάζονται κάποιον να τους δώσει ένα είδος προοπτικής και να τους πείσει έμπρακτα ότι μπορεί να γεννηθείς σε έναν κόσμο, να ενηλικιωθείς σε έναν άλλο και να μεγαλώσεις σε έναν εντελώς διαφορετικό. Και όλα αυτά να τα κάνεις με επιτυχία. Πώς; Ακολουθώντας έναν υγιές μοντέλο ζωής, που θα χαρακτηρίζεται από ευελιξία και προσαρμοστικότητα και όχι από χάος και αταξία.
Έχοντας τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη δυναμική της οικογένειας, τον τρόπο που διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ των μελών και που αυτά λειτουργούν, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά των παππούδων και των γιαγιάδων: η παροχή συναισθηματικής σταθερότητας και ενός πλαισίου αναφοράς για την οικογένεια.     
 
Για να αξιοποιηθεί ωστόσο ο πλούτος που «κατέχουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες, είναι απαραίτητο οι τρεις γενιές να συνυπάρχουν αρμονικά και να λειτουργούν με επιτυχία. Πώς γίνεται αυτό;
Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας προσδιορίζονται από δύο έννοιες: την εγγύτητα και τη απόσταση. Τα άτομα χρειάζεται να είναι τόσο κοντά – όχι μόνο σωματικά αλλά κυρίως συναισθηματικά, ώστε να ικανοποιούν της ανάγκες τους για εγγύτητα, επαφή και μοίρασμα, αλλά ταυτόχρονα να είναι και τόσο μακριά, ώστε να απολαμβάνουν την αυτονομία και τη μοναδικότητά τους. Από τη στιγμή μάλιστα που η οικογένεια και τα μέλη της αλλά και οι καταστάσεις γύρω τους συνεχώς αλλάζουν, είναι αναγκαίο τα άτομα να επαναπροσδιορίζουν ανάλογα την εγγύτητα και την απόστασή τους από τους άλλους, προκειμένου ανά πάσα στιγμή να βρίσκονται στην ιδανική θέση.
Με άλλα λόγια στην καθημερινότητά τους μέσα στην οικογένεια τα άτομα χρειάζεται να μπορούν:
«Να λένε ‘ναι’ χωρίς θυμό και ‘όχι’ χωρίς ενοχές!»