Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

 Παρατηρήστε προσεκτικά τις παρακάτω εικόνες και προσπαθήστε να μαντέψετε τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα,την εποχή που ζουν και τον τύπο του οικογ.περιβάλλοντος που μεγαλώνουν.






ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


 
 
 

Η οικογένεια αποτελεί το βασικό κύτταρο της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Η καθιέρωση του θεσμού αυτού έγινε από τα πρώτα σχεδόν βήματα της ζωής του ανθρώπου στη γη , και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στη ζωή των μεμονωμένων ατόμων. Η οικογένεια άσχετα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά καιρούς , σαν θεσμός έχει αναγνωριστεί και λειτουργεί με τη μία ή την άλλη μορφή σε όλες τις χώρες του κόσμου , είτε αυτές είναι πολιτισμένες είτε είναι απολίτιστες.
Ο κυριότερος προορισμός της οικογένειας είναι η διαιώνιση του είδους. Αλλά μετά την συγκρότηση της οικογένειας και ιδίως μόλις γεννηθούν τα παιδιά εμφανίζονται πλήθος ευκαιρίες για χαρές πρωτόγνωρες και απολαύσεις μοναδικές, που ο άνθρωπος μόνο στα πλαίσια της οικογένειας μπορεί να νιώσει.
Ο καθένας από τους δύο συζύγους ανακαλύπτει στο πρόσωπο του άλλου τον αφοσιωμένο σύντροφο και συμπαραστάτη στις αντιξοότητες και δυσκολίες που συναντάει , τον ανεκτίμητο βοηθό στις υποθέσεις που τον απασχολούν , τον ανιδιοτελή και ειλικρινή σύμβουλο στα προβλήματα που τον ταλαιπωρούν και τον άδολο σύμμαχο στον αγώνα της ζωής. Οι γονείς βρίσκουν στα πρόσωπα των παιδιών τους την πηγή της χαράς , το στήριγμα των ελπίδων τους και το σκοπό της ζωής τους. Τα παιδιά αντίθετα βρίσκουν στα πρόσωπα των γονιών τους φύλακες της ασφάλειάς τους , τους εγγυητές των δικαιωμάτων τους , τους συντελεστές της μόρφωσης και της προόδου τους , τους καθοδηγητές τους στο γεμάτο παγίδες δρόμο της ζωής τους.
Ο σημαντικός ρόλος που έχει ανατεθεί στην οικογένεια δεν είναι πρόσφατος. Για αιώνες τώρα οι γονείς έχουν αφοσιωθεί και έχουν καταπιαστεί με την ανατροφή των παιδιών τους. Αποτέλεσμα είναι από την μακροχρόνια πείρα να έχουν δημιουργηθεί ορισμένοι κανόνες ανατροφής που στηρίζονται μάλλον στη συνήθεια και την πείρα παρά στην επιστήμη και στην παιδαγωγική. Οι κανόνες αυτοί παραδίδονται προφορικά , αλλά και πρόχειρα και ασύνειδα από τους προηγούμενους στους μεταγενέστερους. Άλλες όμως ήταν οι συνθήκες των κοινωνικής συμβίωσης στο παρελθόν και άλλες είναι τώρα. Σήμερα οι όροι διαβίωσης ,ανατροφής , υγιεινής , ενδυμασίας , μόρφωσης , ψυχαγωγίας και συμπεριφοράς έχουν αλλάξει ριζικά. Οι συνθήκες διαβίωσης λοιπόν έγιναν σήμερα πιο σύνθετες και περίπλοκες από ότι στο παρελθόν , άρα και ο ρόλος της οικογένειας έγινε ακόμα πιο δύσκολος και πιο σημαντικός.
Στη μεταβαλλόμενη διαρκώς κοινωνία μας η οικογένεια αγωνίζεται να προσαρμοστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίσει με τις νέες συνθήκες και τα νέα ήθη. Είναι πλέον γεγονός , οι παραδοσιακές μορφές οικογένειας[1] χάνουν έδαφος. Οι πολύτεκνες επίσης οικογένειες μειώνονται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια , ενώ τα μονομελή νοικοκυριά[2] αυξάνονται συνεχώς. Παράλληλα ο μεγάλος αριθμός διαζυγίων και η δημιουργία νέων οικογενειών , μέσω ενός δεύτερου γάμου συνθέτουν ένα ολοένα διαφορετικό τοπίο μονογονεϊκών ή ανασυγκροτημένων οικογενειών.
Οι επιστήμονες αρχίζουν να μιλούν για απομυθοποίηση του παραδοσιακού προτύπου[3]  και για σταδιακή αντικατάστασή του από διαφορετικές μορφές οικογένειας.




Η ελληνική οικογένεια έχει υποστεί βασικούς μετασχηματισμούς όπως από πυρηνική οικογένεια σε εκτεταμένη , διαζευγμένη ή ανασυγκροτημένη οικογένεια , από πατριαρχική οικογένεια τείνει προς συντροφικότητα , από αυτάρκες οικονομικό σύστημα έχει γίνει καταναλωτικό οικογενειακό σύστημα και από οικογένεια γέννησης πολλών παιδιών έχει φτάσει στην υπογεννητικότητα. Όλα αυτά τα δεδομένα έχουν επιφέρει επίσης μεταβολές στην εσωτερική λειτουργία της και έχουν οδηγήσει στην ανανέωση και την αναπροσαρμογή των ρόλων που αναλαμβάνουν τα μέλη της. Η ελληνική οικογένεια δεν διαφέρει ουσιαστικά από την οικογένεια των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως επειδή όλες αυτές οι ραγδαίες εξελίξεις , δεν έχουν αφομοιωθεί εξίσου από όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα , γι’ αυτό και συναντά κανείς στην ελληνική οικογένεια όλα σχεδόν τα οικογενειακά χαρακτηριστικά , τα παραδοσιακά και τα σύγχρονα.
Στην Ελλάδα από τους εκατό χιλιάδες γάμους που συνάπτονται κάθε χρόνο , οι δέκα χιλιάδες καταλήγουν στο διαζύγιο. Από τα διαζύγια αυτά μένουν χωρίς οικογένειες οχτώ χιλιάδες παιδιά[4]. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και δύο χιλιάδες εξώγαμα που γεννιούνται κάθε χρόνο από ανύπαντρα ζευγάρια  Η κρίση που περνάει , όπως βλέπουμε , ο θεσμός της οικογένειας και ιδίως η ευκολία με την οποία οι γονείς σήμερα προχωρούν στη διάλυση του γάμου , στο διαζύγιο αλλά και στην επανασύσταση άλλης οικογένειας για δεύτερη και συχνά για τρίτη φορά, δημιουργεί, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου οι διαλυμένες οικογένειες έχουν ήδη αποχτήσει παιδιά, πλήθος μεγάλων και συχνά αξεπέραστων προβλημάτων.
Παλαιότερα οι γάμοι διαρκούσαν «εφ’ όρου ζωής» , ενώ τώρα η διάρκειά τους δεν ξεπερνά κατά μέσο όρο τα πέντε με έξι χρόνια. Η αντίληψη του άρρηκτα δεμένου ζευγαριού που συναντούσαμε πριν από τη δεκαετία του εξήντα , το οποίο προγραμμάτιζε τη ζωή του με βάση τη διάρκεια , αντικαταστάθηκε από την επιλογή του εφήμερου. Για την παραδοσιακή οικογένεια ο γάμος αντιπροσώπευε έναν ιερό και ακλόνητο θεσμό , ο οποίος εγγυόταν την ασφάλεια , την κοινωνική υπόληψη και τη γονιμότητα. Αλλά από τότε οι αξίες που στηρίζουν το ζευγάρι, η μορφή της οικογένειας και η κοινωνία έχουν υποστεί βαθιές αλλαγές. Από το 1972 μέχρι σήμερα έχουμε μια σταδιακή και μεγάλη αύξηση των διαζυγίων και ανάπτυξη των ελεύθερων σχέσεων. Η μεταβολή αυτή οφείλεται μεταξύ άλλων σε ένα επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού ρόλου των δύο φύλων. Ο άντρας , από τη μία μεριά , ίσως δεν χρειάζεται μια γυναίκα για να «μένει» στο σπίτι και να το φροντίζει , και η γυναίκα από την άλλη δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη συντήρησή της εισοδήματα. Συνεπώς η ένωση δύο ανθρώπων προσδιορίζεται κατά κύριο λόγο από την αναζήτηση της ευτυχίας μέσω του ερωτικού συναισθήματος[5].
Παράλληλα η μείωση των γεννήσεων, η άρνηση δημιουργίας για οικογένεια, κλπ. είναι παραδείγματα αυτής της "κρίσης". Η είσοδος της γυναίκας τέλος στην αγορά εργασίας αλλά και σε όλα τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής έχει τροποποιήσει και μορφοποιήσει την εικόνα της γυναίκας και κατ' επέκταση την δομή της οικογένειας.




Η Ελληνική οικογένεια εξελίσσεται δυναμικά τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Σήμερα , όπως προανέφερα , συνυπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι οικογένειας. Μία διάκριση που πρέπει όμως αρχικά να γίνει είναι δύο τύποι οικογένειας που συνυπάρχουν σε όλους τους τύπους που θα αναλυθούν παρακάτω.
Είναι η οικογένεια προσανατολισμού και η οικογένεια αναπαραγωγής. Η πρώτη είναι η οικογένεια μέσα στην οποία γεννιέται κανείς και αποτελείται από τον εαυτό του, τα αδέρφια του αν υπάρχουν και τους γονείς του. Η δεύτερη δημιουργείται όταν ένας άνθρωπος σχηματίσει μια νέα οικογένεια όπου ίσως παντρευτεί και κάνει και παιδιά.
Αναφορικά με τους διάφορους τύπους οικογένειας που δημιουργούνται με την αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων ή αποτελούν ήδη παραδοσιακά πρότυπα πάνω στα οποία «πατούν» οι νεότεροι άνθρωποι έχουμε τους εξής :
την παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια , που δημιουργείται με γάμο και περιλαμβάνει γονείς και παιδιά,
την εκτεταμένη οικογένεια που αποτελείται όχι μόνο από τους γονείς και τα παιδιά αλλά και από άλλα συγγενικά πρόσωπα,
τις μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο ή χηρεία ή πρόκειται για ανύπαντρες μητέρες,
τις ανασυγκροτημένες οικογένειες που προκύπτουν μετά από διαζύγια ή περιπτώσεις χηρείας
και τέλος τις «χωλές» οικογένειες όπου οι γονείς χωρίς να είναι διαζευγμένοι δεν μένουν μαζί για διάφορους λόγους.



Στις παραδοσιακές κοινωνίες έχουμε συνηθίσει την εικόνα ενός ζευγαριού και των παιδιών τους που λειτουργούν ως ομάδα σε όλα τα επίπεδα. Μια ομάδα που διαβιεί σε ένα νοικοκυριό στο οποίο ο καθένας έχει το δικό του ρόλο σύμφωνα με το φύλο του και την ηλικία του. Το κλασικό μοντέλο οικογενείας έχει σταθερές αξίες και τρόπους συμπεριφοράς που στόχος της είναι να τις μεταφέρει στις επόμενες γενεές αναλλοίωτα.
Στην πυρηνική οικογένεια ένα μέλος, το παιδί, αποκτά πρωταρχικό ρόλο, αποτελεί σκοπό και πάνω σε αυτό βασίζεται ο γάμος και η δημιουργία της οικογένειας.
Η μορφή αυτή οικογένειας επιδιώκει την κοινωνική άνοδο των μελών της, καθώς μέσα από την προσαρμογή των παιδιών στις καινούριες συνθήκες της κοινωνίας, προωθείται η οικογένεια ως σύνολο. Για την επίτευξη των επιδιώξεων αυτών λοιπόν, παρατηρείται μία υπερβολική προσήλωση στην προσπάθεια για τη μόρφωση των παιδιών, μία διάχυτη αγωνία και πίεση για την επίδοση τους στο σχολείο, καθώς η επιτυχία των παιδιών είναι στενά συνυφασμένη με την προώθηση και την ψυχολογική ανάταση των ίδιων των γονιών.
Το μοντέλο λοιπόν της πυρηνικής οικογένειας, χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία αλληλεξάρτησης, τα οποία όμως τελικά καταλήγουν σε αντιφάσεις και συγκρούσεις, τόσο για τους γονείς, όσο και για τα παιδιά. Ο αγώνας για την επίτευξη των προσωπικών επιδιώξεων, απαραίτητος όχι μόνο για την υλική ευημερία, αλλά και για τη στήριξη της προσωπικότητας, συγκρούεται μοιραία με τις προσδοκίες των άλλων μελών της οικογένειας για συντροφικότητα, υποστήριξη και φροντίδα. Όλη αυτή η αγωνία των γονιών για την κοινωνικοποίηση του παιδιού και την επίτευξη της πνευματικής τους ανέλιξης, οδηγεί αφενός τους γονείς σε συναισθήματα ευτυχίας, ικανοποίησης και κοινωνικής ανόδου, και αφετέρου σε θλίψη και πόνο, καθώς τα παραπάνω συνεπάγονται την απομάκρυνση του παιδιού από το σπίτι.
Από την άλλη μεριά, τις ίδιες αντιφατικές τάσεις και συναισθήματα, βιώνουν και τα παιδιά, καθώς είτε επιτύχουν, είτε αποτύχουν, δε θα απελευθερωθούν από τη σύγκρουση με τους γονείς. Γνωρίζουν καλά ότι η αποτυχία εισπράττετε από τους γονείς ως προδοσία, και η επιτυχία καθώς συνεπάγεται την απορρόφηση των παιδιών σε άλλες κοινωνικές ομάδες, δεν οδηγεί και αυτή τελικά στην ολοκλήρωση και την ικανοποίηση των γονιών.
Ο παιδοκεντρικός αυτός χαρακτήρας επιδρά δραστικά και στη γυναικεία ταυτότητα καθώς αισθάνεται πως ο μοναδικός άνθρωπος που την έχει πραγματικά ανάγκη είναι το παιδί της, στο οποίο και προσφέρει την απόλυτη φροντίδα και αφοσίωση, αναμένοντας μέσα από την επιτυχία και την ολοκλήρωση των παιδιών, την προσωπική της αναγνώριση.




Η οικογένεια αυτή αποτελείται όχι μόνο από τους δύο συζύγους και τα παιδιά τους,
αλλά περιλαμβάνει και άλλα συγγενικά πρόσωπα, όπως είναι οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι θείοι ή οι θείες και τα ξαδέρφια. Επομένως αυτή η οικογένεια περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες πυρηνικές οικογένειες που συνδέονται με δεσμούς συγγενείας. Η κλασική εκτεταμένη οικογένεια συχνά αποκαλείται “οικογένεια τριών ή τεσσάρων γενεών”, διότι περιέχει τις τρεις γενιές των παππούδων, των γονέων και των παιδιών, που συνήθως ζουν αν όχι κάτω από την ίδια στέγη, πάντως στον ίδιο δρόμο ή στην ίδια γειτονιά και διατηρούν τακτική επαφή.
Η εκτεταμένη οικογένεια αποτελεί μια συνεργατική ομάδα στην οποία ανήκει από κοινού κάθε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, και ο αρχηγός της οικογένειας, είτε πατέρας, είτε αδερφός, είναι ο διαχειριστής της περιουσίας και όχι ο ιδιοκτήτης. Επίσης εξασφαλίζει στο άτομο την ένταξη σε μια σταθερή ομάδα, που ικανοποιεί όλες τις ανάγκες του. Καθώς συχνά οι ανάγκες του ατόμου ταυτίζονται με τις ανάγκες του συνόλου, το άτομο οφείλει να θέτει το συμφέρον του συνόλου ως ανώτερο και σημαντικότερο από το προσωπικό του συμφέρον, να είναι απόλυτα αφοσιωμένο στη οικογένεια του ενώ όλα τα μέλη είναι υπεύθυνα για τις πράξεις και τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου μέλους.
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν καθημερινά τα μέλη της εκτεταμένης οικογένειας προκειμένου να επιτύχουν την επιβίωση και να εξασφαλίσουν την αυτάρκεια, έχουν ωστόσο οργανωμένη τη ζωή τους με τρόπο απλό και ξεκάθαρο που διακρίνεται από κοινούς στόχους, κοινές αξίες και συμπληρωματικότητα στους ρόλους, ενώ χαρακτηριστικό της κοινωνικής δομής της εκτεταμένης οικογένειας είναι η αποτελεσματικότητά της να εξισορροπεί τις αντικρουόμενες τάσεις και επιθυμίες που υπάρχουν στην ανθρώπινη φύση. Πιο συγκεκριμένα ο σύζυγος – πατέρας είναι αδιαμφισβήτητα ο αρχηγός της οικογένειας, καθώς είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις για λογαριασμό ολόκληρης της οικογένειας, αυτός που έχει την καθολική ευθύνη για όλα τα θέματα της οικογένειας. Εκπροσωπεί την οικογένεια στον έξω κόσμο, αγωνίζεται για να θρέψει την οικογένεια του, να εξασφαλίσει τα συμφέροντα τους και να τους προστατεύσει από κάθε είδους επιθέσεις. Ο  ρόλος της γυναίκας από την άλλη μεριά, είναι συντονιστικός και συνδετικός, καθώς αποτελεί το σύμβολο αγάπης που δένει την οικογένεια και συμπληρώνει το ρόλο του άντρα. Παρ’ όλη την υποταγή που παρουσιάζει απέναντι στο σύζυγό της, η συμβολή της στην επιβίωση της οικογένειας είναι ιδιαίτερα σημαντική.





Η αυξανόμενη διάσπαση της πυρηνικής οικογένειας στη δυτική κοινωνία, όπως επίσης και η ραγδαία αύξηση των διαζυγίων τα τελευταία χρόνια, όπως προανέφερα, αφήνουν πολλούς γονείς να αναθρέφουν παιδιά μόνοι τους και να παλεύουν να παίξουν το ρόλο δύο ανθρώπων. Πρόκειται για τις μονογονεϊκές οικογένειες που γίνονται όλο και πιο ορατές στη σύγχρονη κοινωνία.
Στην μορφή της μονογονεϊκής οικογένειας καταλήγουν σε μεγαλύτερο βαθμό γονείς διαζευγμένοι όπου τα παιδιά συνήθως ζουν καθημερινά με τον ένα γονέα και βλέπουν τον άλλο περισσότερο ή λιγότερο τακτικά.
Έχουμε όμως και πολλές άλλες περιπτώσεις όπως είναι μητέρες που ζουν μόνες με ένα παιδί αγνώστου πατρός όπου το παιδί σπάνια γνωρίζει τον πατέρα του σε κάποιο σημείο της ζωής του ή μητέρες που γνωρίζουν μεν τον πατέρα αλλά ο τελευταίος αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί. Η γυναίκα αποφασίζει να κρατήσει το παιδί και να το μεγαλώσει μόνη της ενώ το παιδί θα μάθει για τον πατέρα του κάποια στιγμή της ζωής του αν το θελήσει η ίδια η μητέρα ή εάν τον αναζητήσει μόνο του.
Άλλη περίπτωση είναι οι χήρες και οι χήροι όπου το παιδί μπορεί να έχει γνωρίσει τον άλλο γονέα σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανάλογα με την ηλικία που ήταν όταν εκείνος πέθανε και με το πόσο του μιλούν γι’ αυτόν και υπάρχουν φωτογραφίες του στο σπίτι.
Συμβαίνει επίσης να υπάρχει ελεύθερη σχέση μεταξύ δύο γονέων οι οποίοι έχουν αναγνωρίσει το παιδί αλλά δεν θέλουν να ζουν κάτω από τη ίδια στέγη. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση σε αντίθεση με αυτή των διαζευγμένων γονιών έχει ζήσει ανέκαθεν με αυτόν τον τρόπο σε ένα τέτοιο περιβάλλον και δεν αποχωρίστηκαν αργότερα οι γονείς του.
Η υιοθεσία αποτελεί ακόμη έναν λόγο δημιουργίας μονογονεϊκής οικογένειας όταν ορισμένα μοναχικά άτομα αποφασίζουν να υιοθετήσουν ένα ή περισσότερα παιδιά Παρόμοια κάποια άτομα επιλέγουν αντί να υιοθετήσουν ένα παιδί να επιλέξουν ένα σύντροφο μόνο για να κάνουν ένα παιδί χωρίς όμως να θέλουν να ζήσουν μαζί του.
Σε όλες τις περιπτώσεις ο γονέας πρέπει να «χωριστεί στα δύο». Εφόσον ο ένας γονέας είναι απών ο άλλος θα πρέπει να εξασφαλίσει στο παιδί κατά κάποιο τρόπο μια διπλή γονεϊκή παρουσία. Αυτό αποτελεί μεγάλη ψυχική διαθεσιμότητα η οποία δεν διατίθεται πάντα ειδικά όταν ο γονέας είναι ευάλωτος λόγω χηρείας ή χωρισμού.
Όταν ο ένας γονέας χάνεται μετά από ένα διαζύγιο ή ένα θάνατο, αφήνει μια κενή θέση ή οποία δύσκολα καλύπτεται και ίσως με κανέναν τρόπο να είναι όπως εάν υπήρχε η παρουσία του άλλου γονέα. Ο άδειος αυτός χώρος πολλές φορές σπρώχνει το παιδί κοντά στο γονέα με τον οποίο πλέον ζει και δημιουργείται μία πολύ έντονη σχέση μεταξύ τους ιδίως όταν το παιδί δεν βλέπει πια το γονέα που έφυγε. Μια μητέρα επίσης που βρίσκεται ξαφνικά μόνη με ένα παιδί μπορεί να φτάσει στο σημείο να αφοσιωθεί ολόψυχα σε αυτό. Ορισμένα παιδιά επίσης έχουν την τάση να αναλαμβάνουν το ρόλο του συζύγου, του έμπιστου, του υποστηρικτή, ο οποίος προστατεύει το γονέα του από τα καταθλιπτικά συναισθήματα.
Ο κίνδυνος που δημιουργείται στη μονογονεϊκή οικογένεια είναι να ταυτιστεί το παιδί με τη μητέρα ή τον πατέρα και να εγκλωβιστούν και οι δύο σε ένα κόσμο δικό τους που δύσκολα χωρά τρίτους. Τα πράγματα είναι χειρότερα όταν από το οικογενειακό περιβάλλον λείπει η τακτική παρουσία άλλων συγγενικών προσώπων όπως παππούδες θείες κ.τ.λ.
Μερικές φορές επίσης που ο γονέας είναι αδύναμος ή απογοητευμένος και αγχωμένος, το παιδί αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίζει το γονέα του και τότε γίνεται γονέας του γονέα του. Επειδή αισθάνεται υπεύθυνο για την κατάστασή του κάνει τα πάντα προκειμένου να τον απαλλάξει από κάθε έγνοια, κάθε αντιξοότητα και υποκρίνεται συνήθως ότι όλα πάνε καλά και είναι ευτυχισμένο. Παραμερίζει όλα του τα συναισθήματα, όλες του τις απαιτήσεις και όλες τις προσωπικές του σκέψεις για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γονέα που βρίσκεται σε απόγνωση.
Ορισμένα παιδιά ξεπερνούν όλη αυτή την κατάσταση βρίσκοντας ένα πατρικό υποκατάστατο στο πρόσωπο ενός καθηγητή, ενός φίλου της μητέρας ή του πατέρα, ενός συγγενικού προσώπου ή στον πατέρα ή τη μητέρα κάποιου φίλου τους. Όλα αυτά τα πρόσωπα θα λειτουργήσουν σαν διαδοχικοί μεσάζοντες που θα του επιτρέψουν να σκιαγραφήσει ένα πρότυπο προς ταύτιση.




Οι ανασυγκροτημένες οικογένειες είναι αυτέ που δημιουργούνται από τον δεύτερο γάμο του ενός ή και των δύο συζύγων μετά από ένα διαζύγιο ή μία περίπτωση χηρείας. Γενικότερα είναι η οικογένεια που προκύπτει αρχικά από την ένωση ενός ζευγαριού στο πλαίσιο ενός ορισμένου τρόπου οικιακής ζωής στον οποίο εντάσσονται και τα παιδιά από προηγούμενους γάμους. Ορισμένες φορές ένα παιδί που μπορεί να δημιουργηθεί από αυτή την ένωση έρχεται να συμπληρώσει την όλη διάταξη. Οι λέξεις «μαμά» και «μπαμπάς» προορίζονται περισσότερο για τους βιολογικούς γονείς γι’ αυτό συνήθως το παιδί προσφωνεί τον «πατριό» του ή τη μητριά του με το όνομά τους.
Στο παρελθόν οι διαζευγμένοι γονείς δεν τολμούσαν να δημιουργήσουν μία νέα οικογένεια επειδή ντρέπονταν τον κοινωνικό περίγυρο εφόσον το διαζύγιο θεωρείτο κάτι το απρεπές. Έπειτα ίσως φοβούνταν τις επιπλοκές πιστεύοντας ότι ήταν πολύ πιθανό την πρώτη αποτυχία να την ακολουθήσει μια δεύτερη, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν όλοι διπλά και ιδίως τα παιδιά. Στις μέρες μας όμως η κοινωνία έχει εξελιχθεί, είναι πιο ανεκτική ενώ τα ζευγάρια πλέον τολμούν να χωρίσουν και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους πολύ πιο εύκολα.
Συμβαίνει επίσης συχνά οι γονείς να αρνούνται και σήμερα να συγκατοικήσουν ή να ξαναπαντρευτούν εξαιτίας των παιδιών , είτε επειδή εκείνα έχουν αντίρρηση είτε επειδή ο γονέας δεν θέλει να επιβάλει νέες αλλαγές στην καθημερινή τους ζωή.
Το φαινόμενο όμως των διαδοχικών συμβιώσεων είναι ολοένα και συχνότερο. Η πρώτη από αυτές είναι όλο και πιο σύντομη και η δεύτερη παίρνει τις περισσότερες φορές τη μορφή συγκατοίκησης ή συμβίωσης παρά γάμου. Αυτή η νέα οικογενειακή οργάνωση δημιουργεί μια σειρά από πρακτικά, νομικά, οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
Το παιδί έχει πλέον δύο οικογένειες, μία βιολογική οικογένεια, που είναι όμως διαλυμένη και μια πραγματική οικογένεια στην οποία ζει καθημερινά. Αυτή η οικογενειακή κατάσταση αν και δυναμική είναι δύσκολη επειδή είναι περίπλοκη. Η στιγμή της ανασυγκρότησης συνιστά μια νέα κρίση , μια ασταθή κατάσταση που συνεπάγεται πολύ κόπο, χρόνο, μεγάλη υπομονή και ψυχική διαθεσιμότητα




Η σημερινή πραγματικότητα έχει δημιουργήσει και μια άλλη μορφή οικογένειας, τις «χωλές» οικογένειες. Πρόκειται για συζυγικές οικογένειες που έχουν διασπαστεί σε δυο τμήματα, όχι γιατί οι σύζυγοι δεν επιθυμούν να ζουν μαζί αλλά γιατί μη οικογενειακοί λόγοι τους οδήγησαν σ' αυτό. Η κατάσταση αυτή οφείλεται κυρίως σε κοινωνικοοικονομικούς λόγους.
Το πρόβλημα της ανεργίας που μαστίζει τις σημερινές οικογένειες, τα έντονα οικονομικά προβλήματα και οι μεγάλες κοινωνικές απαιτήσεις οδηγούν στην διάσπαση του ζευγαριού προκειμένου να διασφαλίσουν μια ικανοποιητική ζωή. Τέτοια παραδείγματα «χωλών» οικογενειών έχουμε όταν υπάρχουν λόγοι όπου η εργασία των συζύγων , τους υποχρεώνει να είναι μακριά όπως ναυτικοί, μετανάστες, υπάλληλοι αποσπασμένοι σε άλλη περιοχή από εκείνη την οποία η οικογένεια κατοικεί μονίμως, καλλιτέχνες, επαγγελματίες, αθλητές κ.λπ. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου οι λόγοι δεν είναι επαγγελματικοί αλλά συνέπεια κάποιων καταστάσεων όπως όταν ο ένας σύντροφος είναι ασθενής, φαντάρος ή βρίσκεται στη φυλακή.
Οι επιδράσεις σε αυτή την περίπτωση κυρίως για τα παιδιά μοιάζουν με αυτές τον μονογονεϊκών οικογενειών αλλά σε ένα πολύ πιο «ελαφρύ» κλίμα καθώς ο γονέας απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα αλλά όποτε είναι δυνατό επισκέπτεται την οικογένειά του. Και πάλι όμως η απουσία προτύπου για το παιδί που δεν έχει σε καθημερινή βάση και τους δύο γονείς είναι σημαντική και καθοριστική αλλά σε έναν πιο κατανοητό βαθμό καθώς το παιδί γνωρίζει τον γονέα που απουσιάζει και την κατάσταση που τον αναγκάζει να είναι μακριά.





Τα παιδιά των προβληματικών οικογενειών αποτελούν ένα μεγάλο και άλυτο μέχρι στιγμής πρόβλημα με σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Ένα μερίδιο ευθύνης ίσως έχουν και η γονείς αλλά πολύ περισσότερο η κοινωνία. Τα μέχρι τώρα μέτρα όχι μόνο δεν απέδωσαν αλλά σε πολλές περιπτώσεις έβλαψαν και τα ίδια τα παιδιά και το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό επιβάλλεται η λήψη μέτρων σύμφωνων με τις σημερινές συνθήκες και τις σημερινές απαιτήσεις ώστε να υπάρξει κάποια βελτίωση στο ουσιαστικό αυτό πρόβλημα.  
Αναμφισβήτητα η οικογένεια βρίσκεται στο κέντρο του ευρύτερου συνόλου της ανθρωπότητας και πρέπει να αποτελεί μια ολοκληρωμένη μονάδα αυτοτελή για να ζήσει και να αναπτυχθεί το άτομο. Μια οικογένεια αν δεν λειτουργεί σωστά τότε το ίδιο το άτομο δέχεται αρνητικές επιπτώσεις και πρώτα απ’ όλα τα παιδιά είναι αυτά που εισπράττουν όλες τις στρεβλώσεις. Έτσι ένα άτομο που ζει μέσα σε μια προβληματική οικογένεια υποφέρει και υποβαθμίζεται σε όλους τους τομείς, ενώ ταυτόχρονα προβληματικές οικογένειες συντελούν στη δημιουργία μιας προβληματικής κοινωνίας.

 




Κογκίδου Δήμητρα, Μονογονεϊκές Οικογένειες (Πραγματικότητα – Προοπτικές – Κοινωνική Πολιτική) , Αθήνα , Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη , 1995
Γαλάνης Ν. Γιώργος, Οικογένεια με ένα γονέα (Μια πραγματικότητα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία) , Εκδ. Παπαζήση
Κλαιρ Γκαρμπάρ – Φρανσίς Τεοντόρ , Η Οικογένεια Μωσαϊκό , μτφρ. Καρρά Μαριλένα , εκδ. Πατάκη , 1996



(Διαδίκτυο)

Η Συμβολή της Τρίτης Ηλικίας στη Σύγχρονη Οικογένεια


 
Καραγιάννη Έφη
Ψυχολόγος, Msc Κλινικής Ψυχολογίας
 
 
H ελληνική οικογένεια σήμερα βρίσκεται για άλλη μία φορά σε ένα μεταβατικό στάδιο, σε μία φάση αλλαγής, καθώς η δομή και οι λειτουργίες της μετεξελίσσονται. Η μορφή της πυρηνικής οικογένειας όπως στερεότυπα την είχαμε στο μυαλό μας – πατέρας, μητέρα, παιδιά – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τείνει να εκλείψει. «Οικογένεια» πλέον θεωρείται εκείνη η ομάδα ατόμων που τα μέλη της ζουν μαζί, συμμετέχουν συναισθηματικά, μοιράζονται στόχους και αναλαμβάνουν από κοινού πολλαπλές ευθύνες με γνώμονα κυρίως την ανατροφή των παιδιών. Έτσι λοιπόν προκύπτει η οικογένεια εκτός γάμου, η μονογονεϊκή οικογένεια, η οικογένεια από δεύτερο ή τρίτο γάμο, η οικογένεια ομοφυλόφιλων συντρόφων κα.. Εξάλλου παράγοντες όπως οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, η αναγκαστική πλέον είσοδος της γυναίκας στον εργασιακό χώρο και οι αυξανόμενες οικονομικές απαιτήσεις έχουν επηρεάσει τις λειτουργίες και την οργάνωση ακόμη και της «πυρηνικής» οικογένειας. Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν και προκειμένου οι σύγχρονες οικογένειες να λειτουργούν αποτελεσματικά, έχει αλλάξει και ο ρόλος των παππούδων και των γιαγιάδων. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ισχυριστεί ότι μετά από μία περίοδο σχετικού παραγκωνισμού, ο ρόλος της «πρώτης γενιά» έχει και πάλι αναβαθμιστεί. Ας δούμε αναλυτικά.
 
Η προσφορά της «πρώτης γενιάς» στη «δεύτερη».
Δύο σημαντικοί δημογραφικοί παράγοντες, η «επιμήκυνση της νεότητας» και η «επιμήκυνση της αρχικής μετά τη σύνταξη περιόδου», έχουν συμβάλει στο να αλλάξει ποιοτικά και ποσοτικά η προσφορά της πρώτης γενιάς προς τη δεύτερη. Στις μέρες μας είναι μεγάλος ο αριθμός των νέων που επιλέγει σπουδές μεγάλης διάρκειας ( μεταπτυχιακές ή διδακτορικές), που καθυστερεί να βγει στην αγορά εργασίας, που αντιμετωπίζει ανεργία ή οικονομικές δυσκολίες. Παράλληλα με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής (73 έτη Μ.Ο. για τους άνδρες και 80 για τις γυναίκες) εξίσου μεγάλος είναι και ο αριθμός των συνταξιούχων, που βρίσκεται σε καλή φυσική κατάσταση και μπορεί να έχει περισσότερες κοινωνικές επαφές και περισσότερο χρόνο για την οικογένειά του. Έτσι οι ηλικιωμένοι γονείς καλούνται συχνότερα να δείχνουν τη συμπαράστασή τους  με συναισθηματικό και πρακτικό τρόπο προς τα ενήλικα παιδιά τους. Πώς γίνεται αυτό;
·        Οικονομικά: στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι γονείς είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν την οικονομική επιβάρυνση για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, ενώ συχνά τα βοηθούν οικονομικά και στην πορεία της ενήλικης ζωής τους. Τους προσφέρουν τη λεγόμενη «προίκα», τους καλύπτουν πάγια έξοδα (π.χ. τα δάνεια, τα φροντιστήρια), τους βοηθούν σε έκτακτες καταστάσεις (π.χ. σε μία ασθένεια, σε περίπτωση ανεργίας) κοκ.
·        Υλικά: στις περιπτώσεις που και οι δύο γονείς εργάζονται ή στις μονογονεϊκές οικογένειες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι εκείνοι που πολύ συχνά καλούνται να αναλάβουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την ανατροφή των παιδιών και την καθημερινότητα της οικογένειας (π.χ. ψώνια, λογαριασμοί, φαγητό, οικιακές δουλειές). Σε ό,τι αφορά μάλιστα το θέμα της ανατροφής των παιδιών θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν πρόκειται απλά για βοήθεια αλλά για πραγματική σχέση εργασίας. Η ανάθεση μέρους  της ανατροφής των παιδιών στους παππούδες δεν είναι πλέον μία λύση ανάγκης για οικονομικούς και πρακτικούς λόγους αλλά μία συνειδητή επιλογή που κάνουν οι νέοι γονείς, για να προσφέρουν στα παιδιά τους το καλύτερο από θέμα ασφάλειας και κάλυψης των συναισθηματικών τους αναγκών. Στην πραγματικότητα δηλαδή οι παππούδες καταλαμβάνουν μία θέση εργασίας με κύριο γνώμονα τη «σχέση εμπιστοσύνης». 
·        Κοινωνικά:  Αρκετές  φορές οι γονείς είναι εκείνοι που φροντίζουν για τις «δημόσιες σχέσεις» των παιδιών τους. Με τις γνωριμίες τους τα βοηθάνε στην εξεύρεση εργασίας ή στην επαγγελματική τους ανάπτυξη γενικότερα. Μας είναι οικείο το φαινόμενο ένας ελεύθερος επαγγελματίας να επιλέγει το επάγγελμά του, προκειμένου να πάρει την έτοιμη πελατεία του συνταξιούχου γονέα του.
·        Συναισθηματικά: αυτός είναι ίσως ο τομέας της προσφοράς των παππούδων που είναι ανεξάντλητος. Η αποδοχή, η συμπαράσταση, η κατανόηση και με άλλα λόγια η άνευ όρων γονεϊκή αγάπη είναι εκείνα τα δώρα που όλοι μας αποζητάμε από τους γονείς μας ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρισκόμαστε. Αυτό που θα μπορούσαμε ωστόσο να τονίσουμε είναι ότι για έναν νέο γονιό το θέμα της ανατροφής των παιδιών του γίνεται λιγότερο στρεσογόννο και δύσκολο, όταν έχει την υποστήριξη και την ενθάρρυνση από το δικό του γονέα.
 
Η προσφορά της «πρώτης» γενιάς στην «τρίτη» 
Αν ανατρέξει κανείς στα παιδικά παραμύθια ή στα κινούμενα σχέδια, θα διαπιστώσει ότι παρά τις αλλαγές που παρατηρούνται με τα χρόνια στο θέμα και στο ύφος τους, οι παππούδες και οι γιαγιάδες παραμένουν πάντοτε οι πιο ζεστές και αγαπητές φιγούρες, οι ήρωες που γεμίζουν τις παιδικές ψυχούλες με συναισθήματα αγάπης, ασφάλειας και σιγουριάς.
Η σχέση των παππούδων και των γιαγιάδων με τα εγγόνια τους είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Και αυτό συμβαίνει γιατί ταυτόχρονα είναι και ‘προνομιακή’. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες – ακόμη και όταν συμμετέχουν στην ανατροφή των παιδιών – βρίσκονται στην προνομιακή θέση να επικοινωνούν με τα παιδιά, να τους προσφέρουν την αγάπη και την προσοχή τους, χωρίς να φέρουν το βάρος της ευθύνης για την εξέλιξη τους. Απαλλαγμένοι από το άγχος που έχουν οι γονείς – ότι οι συμπεριφορές των παιδιών αντικατοπτρίζουν το πόσο καλοί γονείς είναι οι ίδιοι – είναι ελεύθεροι να αγαπούν και να απολαμβάνουν τα εγγόνια τους χωρίς όρους. Έτσι είναι σε θέση να επιτελέσουν αποτελεσματικά το ανεκτίμητο έργο τους. Πώς;
·  Τα μικρά παιδιά έχουν διαρκώς ανάγκη από ασφάλεια και σταθερότητα, από όποια πηγή και αν αυτά προέρχονται. Η παρουσία των παππούδων και των γιαγιάδων εξασφαλίζει στα παιδιά ότι θα βρεθεί κάποιος να τα πάρει από το σχολείο - όταν οι γονείς τους δεν θα μπορούν, να τους μαγειρέψει το αγαπημένο τους φαγητό, να τα πάει βόλτα, να τα βοηθήσει με τα μαθήματά τους. Με άλλα λόγια να τους εξασφαλίσει ότι η καθημερινότητά τους κυλάει κανονικά και όλες τους οι ανάγκες καλύπτονται. Εξάλλου η επαφή και μόνο με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, που κατά κύριο λόγο διακρίνονται για την ηρεμία και την υπομονή τους, βοηθάει τα παιδιά να αισθάνονται ασφαλή και σίγουρα.
·        Οι παππούδες και οι γιαγιάδες συμβάλλουν καταλυτικά στην συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Διαθέτουν το χρόνο, την εμπειρία και τη διάθεση να προσεγγίσουν χωρίς άγχος τα μικρά παιδιά, να μοιραστούν τις δυσκολίες τους, να παρακολουθήσουν από κοντά τα κατορθώματά τους, να τα επιβραβεύσουν. Ένα μεγάλο μέρος της αυτοεκτίμησης των παιδιών οφείλεται πάντα στους παππούδες. Παράλληλα, επειδή ακριβώς η αποδοχή στη σχέση τους είναι αμοιβαία, μπορούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά να τα συμβουλεύσουν και να τα καθοδηγήσουν, χωρίς να κινδυνεύουν να έρθουν αντιμέτωποι με ακραίες αμφισβητήσεις. Από την μεταξύ τους επαφή εξάλλου τα παιδιά μαθαίνουν να συναναστρέφονται με όλες τις ηλικίες, αποκτούν κοινωνικές δεξιότητες και κατανοούν την ιεραρχία – βάση της οποίας λειτουργεί η κοινωνία μας.
·        Η ουσιαστικότερη ίσως προσφορά των παππούδων στα εγγόνια τους και αυτή που δεν αντικαθίσταται με καμιά άλλη είναι η σύνδεση που τους προσφέρουν με το οικογενειακό παρελθόν τους. Με την ύπαρξή τους τους υποδεικνύουν από πού προέρχονται και τους παρέχουν ανεκτίμητα στοιχεία για να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους. Συμβάλλουν στο να διατηρούν δεσμούς με το παρελθόν και την παράδοση και να βιώνουν το απαραίτητο για κάθε ανθρώπινο ον αίσθημα της συνέχειας. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό, τα παιδιά το αντιλαμβάνονται ήδη από αυτή την ηλικία. Για αναλογιστείτε με πόσο ζήλο και ενδιαφέρον φτιάχνουν το «οικογενειακό τους δέντρο» στο σχολείο, ξεφυλλίζουν τα άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες και παρακολουθούν ιστορίες για τα κατορθώματα των παππούδων ή για το πώς ήταν και τι έκαναν οι γονείς τους όταν ήταν στην ηλικία τους.
 
Η προσφορά της «πρώτης» γενιάς στην οικογένεια ως σύστημα.
Λόγω των κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί, ο ρόλος της πρώτης γενιάς είναι πολύ σημαντικός, για να μπορεί η οικογένεια πρακτικά να επιτελεί επιτυχώς τις λειτουργίες της. Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες εκείνες της «τρίτης ηλικίας» που την καθιστούν σήμερα ‘προστάτη’ και ‘ισορροπιστή’ του θεσμού της οικογένειας;
Σε έναν κόσμο που συνεχώς μεταβάλλεται και που η πληροφορία και η γνώση πλέον υπάρχουν σε αφθονία και είναι προσιτές σε όλους, η πρώτη γενιά έχει σε μεγάλο βαθμό χάσει το ρόλο της ως ο κάτοχος της γνώσης και της σοφίας. Ο νέος της ρόλος έχει να κάνει με τη συναισθηματική σταθερότητα και τη συνέχεια που προσφέρει στην οικογένεια ως σύστημα.
Συγκεκριμένα οι σημερινοί ενήλικες είναι παιδιά μιας γενιάς σαρωτικών αλλαγών σε πολλά επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, θεσμικό). Στην προσπάθειά τους να ακολουθήσουν τις αλλαγές αυτές και να τις προλάβουν, δείχνουν να έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους και τις σταθερές τους. Καθημερινά βιώνουν τεράστια διλήμματα: ‘Να δώσουν προτεραιότητα στην οικονομική ευημερία ή να επιδιώξουν την ποιότητα στη ζωή τους;’, ‘Να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως παραδοσιακά έχουν μάθει ή να γίνουν ‘φίλοι’ μαζί τους;’, ‘Να μείνουν σε ένα γάμο που δεν τους ικανοποιεί για το καλό των παιδιών ή να αναζητήσουν την προσωπική ευτυχία σε έναν νέο σύντροφο;’.
Τα άτομα της τρίτης ηλικίας, χάρη στο γεγονός ότι δεν μπορούν να επιταχύ-νουν για να προλάβουν τις αλλαγές και κινούνται με πιο αργούς ρυθμούς, έχουν τη δυνατότητα να αφομοιώνουν τις αλλαγές. Παρά το ότι οι ίδιοι αλλάζουν πιο αργά και πιο δύσκολα, γνωρίζουν περισσότερα για την αλλαγή από τους νέους, οι οποίοι χρειάζεται να μάθουν να ζουν σε έναν κόσμο που αλλάζει. Χρειάζονται κάποιον να τους δώσει ένα είδος προοπτικής και να τους πείσει έμπρακτα ότι μπορεί να γεννηθείς σε έναν κόσμο, να ενηλικιωθείς σε έναν άλλο και να μεγαλώσεις σε έναν εντελώς διαφορετικό. Και όλα αυτά να τα κάνεις με επιτυχία. Πώς; Ακολουθώντας έναν υγιές μοντέλο ζωής, που θα χαρακτηρίζεται από ευελιξία και προσαρμοστικότητα και όχι από χάος και αταξία.
Έχοντας τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη δυναμική της οικογένειας, τον τρόπο που διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ των μελών και που αυτά λειτουργούν, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά των παππούδων και των γιαγιάδων: η παροχή συναισθηματικής σταθερότητας και ενός πλαισίου αναφοράς για την οικογένεια.     
 
Για να αξιοποιηθεί ωστόσο ο πλούτος που «κατέχουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες, είναι απαραίτητο οι τρεις γενιές να συνυπάρχουν αρμονικά και να λειτουργούν με επιτυχία. Πώς γίνεται αυτό;
Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας προσδιορίζονται από δύο έννοιες: την εγγύτητα και τη απόσταση. Τα άτομα χρειάζεται να είναι τόσο κοντά – όχι μόνο σωματικά αλλά κυρίως συναισθηματικά, ώστε να ικανοποιούν της ανάγκες τους για εγγύτητα, επαφή και μοίρασμα, αλλά ταυτόχρονα να είναι και τόσο μακριά, ώστε να απολαμβάνουν την αυτονομία και τη μοναδικότητά τους. Από τη στιγμή μάλιστα που η οικογένεια και τα μέλη της αλλά και οι καταστάσεις γύρω τους συνεχώς αλλάζουν, είναι αναγκαίο τα άτομα να επαναπροσδιορίζουν ανάλογα την εγγύτητα και την απόστασή τους από τους άλλους, προκειμένου ανά πάσα στιγμή να βρίσκονται στην ιδανική θέση.
Με άλλα λόγια στην καθημερινότητά τους μέσα στην οικογένεια τα άτομα χρειάζεται να μπορούν:
«Να λένε ‘ναι’ χωρίς θυμό και ‘όχι’ χωρίς ενοχές!»

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Γιατί τα δύο φύλα δε συμπεριφέρονται το ίδιο;

φύλο και συμπεριφορά


Η ζωή μας επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το επάγγελμα που διαλέγουμε, από τον περίγυρό μας ,τις στάσεις που διαμορφώνουμε και τις αξίες που υιοθετούμε. Οι επιλογές αυτές επηρεάζονται από τον κοινωνικό ρόλο του φύλου, δηλαδή τρόπους συμπεριφοράς που προδιαγράφει, χωριστά για τους άνδρες και τις γυναίκες, μια δεδομένη κοινωνία σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Οι έρευνες σε σχέση με τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου επηρεάζουν και επηρεάζονται από τις αντιφατικές απόψεις της κοινωνίας για τον κοινωνικό ρόλο του φύλου. Για παράδειγμα, σε προηγούμενες δεκαετίες, ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ των δύο φύλων θεωρούνταν από τους περισσότερους ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς και γονείς ένας επιθυμητός στόχος της κοινωνικοποίησης του παιδιού. Έτσι, οι γυναίκες μάθαιναν δεξιότητες για να ανταποκριθούν στους ρόλους της νοικοκυράς ενώ οι άνδρες διαπαιδαγωγούνταν ώστε να παίξουν το ρόλο του κουβαλητή. Ο στόχος αυτής της κοινωνικοποίησης αμφισβητήθηκε, κυρίως διότι η διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου θεωρείται μέσον διάκρισης σε βάρος των γυναικών και περιοριστικός παράγοντας στην ανάπτυξη τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.
Βιολογικό και κοινωνικό φύλο
Σε γενικές γραμμές, ο όρος βιολογικό φύλο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις βιολογικές κατηγορίες του άνδρα και της γυναίκας ενώ ο όρος κοινωνικό φύλο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις κοινωνικές κατηγορίες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας, δηλαδή τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά που αποδίδονται στο καθένα από τα δύο φύλα. Το κοινωνικό φύλο προσδιορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες. Ο κοινωνικός ρόλος του φύλου αναφέρεται σε συμπεριφορές, ενδιαφέροντα και υποχρεώσεις που ορίζονται από την κοινωνία ως κατάλληλα αρμόζοντα για άνδρες και γυναίκες. Η διάκριση του βιολογικού και κοινωνικού φύλου δε χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον παράγοντα που ευθύνεται για την εμφάνιση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών σε άτομα διαφορετικού φύλου (μια διαμάχη του τύπου κληρονομικότητα ή περιβάλλον) αλλά για να αναδείξει πως αυτά τα χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές αποτελούν το αποτέλεσμα της κοινωνικής διαμεσολάβησης στη βάση μιας βιολογικής διαφοράς.
Το περιεχόμενο των ρόλων του κοινωνικού φύλου
Το περιεχόμενο των ρόλων των δύο φύλων περιλαμβάνει πεποιθήσεις για τους άνδρες και τις γυναίκες (οι άνδρες είναι πιο διεκδικητικοί, οι γραμματείς θα έπρεπε να είναι γυναίκες και οι μηχανικοί άνδρες), προτιμήσεις (για παράδειγμα η επιθυμία να είναι κανείς διεκδικητικός ή να γίνει μηχανικός) και υιοθέτηση ορισμένων τρόπων συμπεριφοράς (το να συμπεριφέρεται κανείς με τρόπο διεκδικητικό ή το να γίνει μηχανικός).
Θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου μέσα από τις δραστηριότητες των παιδιών. Να καταγράψουμε με τι παιχνίδια παίζουν, ποια παιχνίδια θεωρούν ανδρικά ή γυναικεία (πεποιθήσεις) και με ποια παιχνίδια θέλουν να παίζουν τα ίδια (προτιμήσεις).
Ερμηνεία των εμπειρικών δεδομένων σε σχέση με τις διαφορές φύλου
Οι διαφορές φύλου αναφέρονται σε διαφορές μέσων όρων μεταξύ ομάδων αγοριών και ομάδων κοριτσιών. Υπάρχουν πάντα μεγάλες διαφορές στα άτομα του ίδιου φύλου (ενδοφυλική διακύμανση) αλλά και αξιοσημείωτη επικάλυψη ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα, κατά μέσο όρο, τα αγόρια παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τα κορίτσια, αλλά πολλά αγόρια βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο επιθετικότητας με τα κορίτσια, ενώ ορισμένα κορίτσια είναι πιο επιθετικά από ό,τι πολλά αγόρια.
Στερεότυπες αντιλήψεις για το φύλο
Στις δυτικές κοινωνίες οι άνδρες θεωρούνται ικανοί, λογικοί, διεκδικητικοί, επιθετικοί, έξυπνοι, ανταγωνιστικοί, καλοί στις θετικές επιστήμες ενώ οι γυναίκες πιστεύεται πως είναι αδύναμες, φλύαρες, ευγενικές, παθητικές, εξαρτημένες, θερμές, εκφραστικές και με κλίση στη λογοτεχνία και την τέχνη. Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο ανδρικό στερεότυπο αξιολογούνται θετικά συχνότερα από εκείνα του γυναικείου στερεότυπου. Διαβάστε το σχετικό κείμενο για τη διπλή φύση των στερεοτύπων. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν ενσωματώσει στην αυτοαντίληψή τους τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο στερεότυπο του φύλου τους.
Η κατανόηση από το παιδί της έννοιας του φύλου
Ήδη στην ηλικία των δύο ετών το παιδί μπορεί να διακρίνει το φύλο σε εικόνες παραδοσιακών ανδρών και γυναικών. Παρόλα αυτά δεν κατανοεί ακόμη ότι το φύλο είναι ένα σταθερό και μόνιμο στοιχείο της ταυτότητας. Η σταθερότητα του φύλου και η μονιμότητα του φύλου έρχεται αργότερα. Από το τρίτο ή τέταρτο έτος της ηλικίας τους, πολλά παιδιά έχουν επίγνωση των στερεοτύπων του φύλου σε ότι αφορά τα παιχνίδια και τις δραστηριότητες των παιδιών. Τι φορούν άνδρες και γυναίκες, πως χρησιμοποιούν διαφορετικά πράγματα, ασχολούνται με διαφορετικά πράγματα. Παιδιά οκτώ ετών είχαν επίγνωση των στερεοτύπων παρόμοια με αυτά των ενηλίκων.
Διαμόρφωση του ρόλου του φύλου
Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης (Bandura, 1977), η συμπεριφορά του παιδιού διαμορφώνεται από τη συμπεριφορά των άλλων, ιδιαίτερα των γονέων. Αυτή η συμπεριφορά περιλαμβάνει τις διαφορές φύλου στη συμπεριφορά και τις στάσεις. Ο γονείς και άλλα σημαντικά πρόσωπα ενισχύουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και αποθαρρύνουν ή αποδοκιμάζουν άλλες. Επιπλέον, τα παιδιά μιμούνται παρατηρώντας τη συμπεριφορά άλλων.
Οι γονείς ενισχύουν δραστηριότητες και επιλογές παιχνιδιού που αρμόζουν στο φύλο του παιδιού. Από πολύ νωρίς οι γονείς δίνουν στα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, διαφορετικά παιχνίδια. Κούκλες και οικιακά παιχνίδια για τα κορίτσια, αυτοκίνητα και αθλητικά παιχνίδια για τα αγόρια.
Ο τρόπος που οι πατέρες φέρονται στα παιδιά διέφερε σημαντικά από αυτόν των μητέρων. Βρέθηκε (Siegal, 1987) πως οι πατέρες θεωρούσαν πως τα αγόρια ήταν πιο δυνατά και σκληρά από τα κορίτσια και τα ενθάρρυναν στο σκληρό παιχνίδι ενώ συγχρόνως αντιδρούσαν πιο αρνητικά στο παιχνίδι με κούκλες.
Η γνωστική αναπτυξιακή θεωρία της διαμόρφωσης ρόλου φύλου έχει τις βάσεις της στα κείμενα του Kohlberg. Ο Kohlberg θεωρούσε πως το παιδί είναι ένα ενεργό υποκείμενο που επιδιώκει να δώσει περιεχόμενο και να κατανοήσει το κοινωνικό περιβάλλον. Οι στάσεις και οι πεποιθήσεις του ίδιου του παιδιού για τους ρόλους των δύο φύλων θεωρούνται πρωταρχικής σημασίας γιατί καθοδηγούν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με το περιβάλλον. Υποστήριζε πως η αυξανόμενη επίγνωση που έχει το παιδί για την ταυτότητα φύλου του αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την περεταίρω διαμόρφωση του φύλου. Οι άλλοι λειτουργούν ως πρότυπα για μίμηση αλλά αυτό γίνεται λόγω της αυτοκοινωνικοποίησης, της επίγνωσης δηλαδή πως το άτομο ανήκει σε ένα φύλο και πως τα άτομα που ανήκουν στο ίδιο φύλο κάνουν το ίδιο.
Βιβλιογραφία
Bandura, A. (1977) Social learning theory. N.J.: Prentice Hill
Siegal, M. (1987) Are sons and daughters treated more differently by fathers than by mothers? Developmental Review, 7, 183-209
Turner, P.J. (1998) Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ. Ελληνικά Γράμματα

 

Στο πλαίσιο της διδασκαλίας στο μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας της ενότητας τα φύλα στη λογοτεχνία παραθέτουμε κάποιες πληροφορίες για το ρόλο της οικογένειας από τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια wikipaideia

Οικογένεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Γλυπτό του Henry Moore με τίτλο Οικογένεια. Barclay School, Stevenage, Hertfordshire, Μεγάλη Βρετανία.
Η ανθρώπινη οικογένεια (Family) είναι μια θεσμοθετημένη βιο-κοινωνική μονάδα (biolocial group) που αποτελείται από δύο τουλάχιστον ενήλικα άτομα ετερόφυλα και μη συγγενικά εξ αίματος που έχουν συζευχθεί καθώς και (τα κατιόντα μέλη) τέκνα αυτών, η καλούμενη έτσι και "πυρηνική οικογένεια". Ελάχιστες λειτουργίες αυτών των ομάδων πυρήνων (στην ευρύτερη μορφή τους) είναι η παροχή ικανοποίησης και ελέγχου των αναγκών του θυμικού (affectional needs) -συμπεριλαμβανομένων και των σεξουαλικών σχέσεων- καθώς και η διατήρηση μιας "κοινωνικο-πολιτιστικής" κατάστασης (sociocultural situation) για την ανατροφή και ομαλή κοινωνικοποίηση των κατιόντων μελών της (τέκνων). Κάθε λοιπόν ομάδα που συγκροτείται με τον παραπάνω τρόπο και ταυτόχρονα επιτελεί τις παραπάνω ελάχιστες λειτουργίες καλείται "οικογένεια". Η διάρθρωση της δομής, της κάθε οικογένειας, που σχετίζεται τυπικά μέσω της συγγένειας ή της ιδιοκτησίας (βλ. ο ρόλος των δούλων στην αρχαία Ελλάδα και την αρχαία Ρώμη) Βυζάντιο κλπ, και όπως έχει εξελιχθεί αυτή μέχρι σήμερα, περιλαμβάνει διάφορους "τύπους" οικογένειας που αναλύονται παρακάτω.
Αν και πολλοί (συμπεριλαμβανομένων των κοινωνιολόγων) αντιλαμβάνονται τη συγγένεια ως συγγένεια αίματος, στην κοινωνική ανθρωπολογία ο όρος αίμα αντιμετωπίζεται ενίοτε μεταφορικά και όχι ως απότοκος της γενετικής συγγένειας.
Στο άρθρο 16(3) της Παγκόσμιας Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρεται: "Η οικογένεια είναι η φυσική και θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας και χρειάζεται να προστατεύεται από την κοινωνία και το κράτος".
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα ο όρος "οικογένεια" δεν απαντάται στην κλασική και στην ελληνιστική περίοδο. Για πρώτη φορά αυτός απαντάται σε μεσαιωνικά (βυζαντινά) κείμενα. Ως εκ τούτου είναι ένας όρος νεότερος, ο οποίος αποτελείται από δύο συνθετικά: «οίκος» και «γένος». Η αντίστοιχη αρχαιοελληνική λέξη είναι ο όρος «οίκος» που σήμερα χρησιμοποιείται επίσημα μόνο για Βασιλικές Οικογένειες ενώ στην σύγχρονη ελληνική λαϊκή γλώσσα οι όροι που χρησιμοποιούνται είναι: φαμελιά (από το γαλλικό όρο), φαμίλια (από τον αγγλικό όρο), ασκέρι (από τον τουρκικό όρο), σειργιά, φάρα (που ταυτίζεται και με το γένος) ως και τζάκι (από το τουρκικό οτζάκ).
Στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε τον όρο «οικογένεια» υπό την ευρεία και στενή σημασία της, εννοώντας αφενός το γένος, τη γενιά, τους συγγενείς, αφετέρου τα συγγενικά πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από μία στέγη, ή τους συγγενείς οι οποίοι κατοικούν σε περισσότερα οικήματα, θεωρούμενα ως ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο (οικία). Βασική προϋπόθεση της οικογένειας με τη στενή έννοια είναι η ανταλλαγή οικιακών υπηρεσιών. Αυτή η μορφή οικογένειας αναδεικνύει χαρακτηριστικά όπως η κοινή οικονομία (συνεργασία, ιδιοκτησία) και η κοινή κατανάλωση, (κοινό μαγειρείο). Τα χαρακτηριστικά αυτά μας οδηγούν και στους όρους «νοικοκυριό», «σπίτι», «σπιτικό». Ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται συνήθως από τους δημογράφους και τους στατιστικούς, οι δύο άλλοι χρησιμοποιούνται γενικότερα στην ανθρωπολογική, εθνολογική και λαογραφική έρευνα, διατηρώντας παράλληλα πολλά κοινά σημεία με την έννοια του αρχαίου «οίκου».
Σε ορισμένα κράτη σήμερα, η έννοια της οικογένειας έχει αρχίσει να περιλαμβάνει και σύνδεσμο ατόμων του ίδιου φύλου, με τη θεσμοθέτηση του γάμου των ομοφυλοφίλων και υιοθεσίας τέκνων.

Οικιακή ομάδα

Στις κοινωνικές επιστήμες χρησιμοποιείται ιδιαίτερα ο όρος οικιακή μονάδα, που αντιστοιχεί στην οικογένεια με τη στενή της έννοια, υποδηλώνοντας τα άτομα που συμβιώνουν κάτω από μία στέγη, εργάζονται μαζί, καταναλώνουν μαζί και ανταλλάσσουν οικιακές υπηρεσίες. Ο όρος αυτός, σαφέστερος του όρου οικογένεια, συμπεριλαμβάνει στην ομάδα και άτομα που δεν έχουν μεταξύ τους συγγενική σχέση (για παράδειγμα υπηρέτες που διαμένουν στο σπίτι και άλλα πρόσωπα. Επομένως, κρίνεται ως καταλληλότερος για τον ορισμό της οικογένειας της δυτικής Ευρώπης και άλλων τόπων, όπου απαντάται κατά κανόνα τέτοια οργάνωση (υπηρετικό προσωπικό κ.λ.π.). Στην Ελλάδα η διαβίωση άλλων προσώπων στο σπίτι εκτός από τους συγγενείς είναι πολύ σπάνια, πλην των αστικών κέντρων στην νεότερη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

Συγγένεια και καταγωγή


Οικογένεια της φαραωνικής Αιγύπτου.
Με τον όρο «συγγένεια» εννοείται η αρχή με βάση την οποία ορίζουμε όλους τους συγγενείς, δηλαδή μέλη συγγενικών οικογενειών που περιλαμβάνονται σε μια ακτίνα με αναφορά στο Άτομο (Ego, δηλαδή Εγώ στη λαογραφική και εθνογραφική ορολογία), από τους πιο κοντινούς ως τους πιο μακρινούς, οριζόντια (συγγενείς εκ πλαγίου) και κάθετα (συγγενείς ανιόντες και κατιόντες ή ανερχόμενους και κατερχόμενους). Οι βαθμοί συγγένειας στους οποίους περιλαμβάνονται οι συγγενείς στην Ελλάδα, φτάνουν κατά κανόνα ως τα δεύτερα ξαδέρφια από τη γυναικεία πλευρά και ως τα τρίτα αλλά και περισσότερο ακόμα μακρινά από την ανδρική πλευρά. Η ανισότητα στις δύο πλευρές οφείλεται αφενός στην ύπαρξη του πατρικού επωνύμου, αφετέρου στον χαρακτήρα του ελληνικού συστήματος συγγένειας, το οποίο δίνει μεγαλύτερο βάρος και έμφαση στην πατρική ή ανδρική πλευρά. Η έκταση εξαρτάται πάντα και από τις τοπικές ιδιομορφίες του συστήματος συγγένειας.
Με τον όρο «καταγωγή» εννοείται την αρχή με την οποία γίνεται η στρατολόγηση των κατερχόμενων συγγενών που περιλαμβάνει μια ομάδα της οποίας τα μέλη συνδέονται ανδροπλευρικά με συγγενικούς δεσμούς με αναφορά και αφετηρία πάντα έναν πρόγονο, που έχει ζήσει δύο και περισσότερες γενιές πριν από το πιο ηλικιωμένο μέλος της ομάδας το οποίο βρίσκεται εν ζωή (πατρογραμμική καταγωγή). Τούτο σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, γιατί σε άλλες κοινωνίες η καταγωγή λειτουργεί πιθανώς γυναικοπλευρικά με αφετηρία μια πρόγονο (μητρογραμμική καταγωγη). Αν ο πρόγονος είναι κοντινός και επομένως γνωστός, ώστε οι απόγονοι-συγγενείς να συνδέονται με αυτόν με ανιχνεύσιμους βαθμούς συγγένειας, η ομάδα ονομάζεται γενιά, σόϊ και ιδιωματικά σειριά, σειρολόι. Αν ο πρόγονος είναι παλιότερος και παρουσιάζεται ως μια μυθική ή ημιμυθική μορφή, ώστε τα μέλη της ομάδας να μην μπορούν να ανιχνεύσουν τους βαθμούς συγγένειας, η ομάδα ονομάζεται γένος και ιδιωματικά φάρα (σπόρος, συνήθως και με κακή σημασία). Θα λέγαμε λοιπόν ότι η συγγένεια είναι εγω-κεντρική (από το Εγώ-Ego), ενώ η καταγωγή προγονο-κεντρική.

Παραδοσιακή οικογένεια στην Ελλάδα

Η οικογένεια έχει παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα πολλές μορφές. Tα μεμονωμένα άτομα δεν αποτελούν οικογένεια και ορίζονται για λόγους πρακτικούς ως «μονήρη». Συνήθως σε μια τοπική κοινωνία συνυπάρχουν περισσότεροι τύποι οικογενειών, πράγμα που οφείλεται στον κύκλο ανάπτυξης της οικιακής ομάδας σε μια δεδομένη στιγμή. Ακόμη μπορεί μερικοί τύποι να μην απαντώνται καθόλου σε μια τοπική κοινωνία. Τέλος, οι πηγές πληροφοριών για την οικογένεια είναι: δηματολογία, απογραφές πληθυσμού, περιηγητικά κείμενα, συλλογές λαογραφικού υλικού, δημοσιευμένα κείμενα λαϊκής φιλολογίας, μελέτες.
  • Η πολυπυρηνική οικογένεια: Η πολυπυρηνική οικογένεια απαντάται σε πολλές περιοχές του κοσμου (Ινδίες, Κίνα) και ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, καθώς και στην Ελλάδα ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Η οικογένεια αυτή ονομάζεται και σύνθετη ή πολυεστιακή οικογένεια ή οικιακή κοινότητα. Ήταν διαδεδομένη ως τα μέσα του 20 αιώνα σε μεγάλη έκταση της ηπειρωτικής Ελλάδας σε ορεινές, ημιορεινές αλλά και πεδινές περιοχές. Απουσίαζε από τα νησιά του Αιγαίου, ενώ υπήρχε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σε ορισμένα νησιά της Επτανήσου, ενδεχομένως λόγω μετανάστευσης τους τελευταίους αιώνες από την ηπειρωτική Ελλάδα.
  • Η πατροπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια: Η οικογένεια αυτού του τύπου είναι γνωστή και ως μεγάλη πατριαρχική οικογένεια. Ο όρος πατριαρχική όμως δηλώνει περισσότερο την αυξημένη εξουσία του πατέρα (patria potestas), παρά τη δομή και τη μορφή της. Αποκαλείται πατροπλευρική, γιαιτί από άποψη δομής και μορφής οι συγγενείς μέσα σε αυτήν συνδέονται μέσω ανδρών. Η πατροπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια στηρίζεται στην αρχή της πατροτοπικότητας, δηλαδή στην αρχή σύμφωνα με την οποία η νύφη έρχεται και εγκαθίσταται στο σπίτι του πεθερού. Με αυτόν τον τρόπο μια πατροπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια αποτελείται από τους αδερφούς, τις συνυφάδες και τους γονείς. Όταν όμως οι γονείς αποβιώσουν και οι αδερφοί συνεχίζουν να παραμένουν μαζί, τότε η πολυπυρηνική οικογένεια ονομάζεται «αδερφική».
Η πατροπλευρική/αδερφική πολυπυρηνική οικογένεια ήταν διαδεδομένη κυρίως στις ορεινές, ημιορεινές ακόμη και πεδινές περιοχές της χώρας, όπου υπήρχε μεγάλη κτηνοτροφία αλλά και εκτατική καλλιέργεια δημητριακών (π.χ. στους κτηνοτρόφους Βλάχους της Πίνδου, στους γεωργούς Καραγκούνηδες της θεσσαλικής πεδιάδας και αλλού).
Στην Ελλάδα και την κεντρική Ευρώπη εκτός από τη σύνθετη οικογένεια απαντάται σπανιότερα και η πολυσύνθετη πολυπυρηνική οικογένεια, στην οποία υπάρχουν παντρεμένα ανίψια και εγγόνια, τέσσερις δηλαδή γενιές, (κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, σε Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη).
  • Η αμφιπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια: Ουσιαστικά πρόκειται για μια παραλλαγή της πολυπυρηνικής οικογένειας. Η διαφορά από την πατροπλευρική οικογένεια συνίσταται στο γεγονός ότι σε αυτόν τον τύπο μαζί με τους παντρεμένους αδερφούς μπορεί να συμβιώνει στο σπίτι και μία ή περισσότερες αδερφές. Ο συγκεκριμένος τύπος οικογένειας έχει επισημανθεί στα Μεσόγεια της Αττικής, στην πεδινή και ημιορεινή Βοιωτία και στο Πωγώνι Ηπείρου. Η αμφιπλευρική πολυπυρηνική οικογένεια χαρακτηρίζεται από την απουσία του εθίμου της «εξαγοράς της νύφης». Αντίθετα στην περίπτωση αυτή συνηθίζεται η λεγόμενη «προγαμιαία δωρεά», δηλαδή ο γαμπρός ή ο πατέρας του προσφέρει προσωπικά στη νύφη ένα χρηματικό ποσό ή αντ’ αυτού ακριβά κοσμήματα.

Θεωρίες για την πολυπυρηνική οικογένεια


Οκογένεια Εσκιμώων της φυλής Saami γύρω στα 1900.
Οι βασικές θεωρίες που έχουν υποστηριχθεί για να εξηγήσουν την παρουσία της πολυπυρηνικής οικογένειας είναι:
  1. Η πολυπυρηνική οικογένεια στηρίζεται στην κτηνοτροφία μεγάλων κοπαδιών. Στην κτηνοτροφία όπου μια οικογένεια διατηρεί τέτοιο αριθμό ζώων (πρόβατα, γίδια) που χρειάζονται περισσότερα άτομα (κυρίως άνδρες) για τη βοσκή και τη φροντίδα τους (άρμεγμα, γέννα κ.λ.π.). Η ανάγκη, η οποία είναι μεγαλύτερη, ιδιαίτερα την περίοδο γέννησης, για περισσότερα χέρια εξηγείται από τον τρόπο οργάνωσης του κοπαδιού (χωριστά τα πρόβατα, χωριστά τα γίδια κ.ά.). Η κτηνοτροφία αυτή είναι κατά κανόνα νομαδική (Σαρακατσάνοι), ημινομαδικοί (Βλάχοι) ή μεταβατική (διάφορες ομάδες κτηνοτρόφων της ορεινής και ημιορεινής ζώνης στην Ελλάδα).
  2. Η πολυπυρηνική οικογένεια στηρίζεται επίσης στην εκτατική καλλιέργεια των δημητριακών. Ο τρόπος καλλιέργειας με αγρανάπαυση ανάγκαζε τους γεωργούς να χωρίζουν τη γη σε δύο ή τρεις ζώνες. Καλλιεργούσαν μια ζώνη ανά έτος, το επόμενο έτος η ζώνη παρέμενε βοσκότοπος και την καλλιεργούσαν το τρίτο ή τέταρτο έτος. Έτσι, όταν οι γιοι παντρεύονταν και έπρεπε να μοιραστεί η γη, ο πατέρας ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει την έγγεια περιουσία σε πολλαπλά μερίδια, προκειμένου να αποκτήσουν τα παιδιά του καλλιεργήσιμη γη σε όλες τις ζώνες. Αυτή η διαδικασία δημιουργούσε, με τον πολυτεμαχισμό, μεγάλο πρόβλημα στην καλλιέργεια των δημητριακών. Έτσι ήταν προτιμότερη η καθυστέρηση της διαίρεσης της γης όσο το δυνατόν περισσότερο και επομένως και της πολυπυρηνικής οικογένειας.
  3. Η τρίτη θεωρία, παρ’ όλο που συνδέεται με την οικονομία, ωστόσο δεν καθορίζεται τόσο από την μορφή (κτηνοτροφία, γεωργία). Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η παραμονή κάποιων προσώπων στο σπίτι π.χ. γιαγιάς, παππού, όταν τα μέλη της οικογένειας είναι αναγκασμένα να εργάζονται πολλές ώρες έξω από το σπίτι. Η θεωρία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις της νομαδικής – ημινομαδικής – μεταβατικής κτηνοτροφίας και στην περίπτωση της καλλιέργειας των δημητριακών, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις και στον αστικό χώρο, όταν συμβαίνει και οι δύο γονείς να εργάζονται έξω από το σπίτι.

Η οικογένεια κορμός


Σχεδιάγραμμα των σχέσεων συγγενείας στην ευρύτερη οικογένεια.
Με τον όρο οικογένεια κορμός εννοούμε την οικιακή ομάδα στην οποία οι γονείς συμβιώνουν με ένα παιδί παντρεμένο αγόρι ή κορίτσι. Ο όρος αυτός ουσιαστικά είναι απόδοση στα ελληνικά των δυτικών όρων famille-souche και stem-family, που αναφέρονται σε παρόμοιο τύπο οικογένειας, ο οποίος όμως εκεί συνδέεται με την επιλογή ενός και μοναδικού κληρονόμου, έθιμο κατάλοιπο παλαιότερης φεουδαρχικής οργάνωσης της κοινωνίας. Στην ελληνική περίπτωση ο όρος είναι πολύ σαφής και αποδίδει με ακρίβεια τον συγκεκριμένο τύπο οικογένειας. Η οικογένεια-κορμός μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικούς τύπους: στην πατροπλευρική οικογένεια-κορμό και στη μητροπλευρική οικογένεια-κορμό, που απαντώνται σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας.
Η πατροπλευρική οικογένεια-κορμός: Στην πατροπλευρική οικογένεια-κορμό οι γονείς συμβιώνουν με έναν γιο παντρεμένο, τον πρωτότοκο ή τον υστερότοκο ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες κάθε περιοχής. Η πατροπλευρική οικογένεια-κορμός μπορεί να προκύψει με δύο τρόπους:
  • Με τη διαδιακασία διαίρεσης της πατροπλευρικής πολυπυρηνικής οικογένειας. Η μεγάλη οικογένεια διαιρείται, ενώ ακόμα ζουν οι γονείς. Οι αδερφοί εγκαθίστανται σε καινούρια σπίτια και οι γονείς μένουν με ένα γιο που στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά όχι πάντα είναι ο τελευταίος.
  • Η οικογένεια-κορμός προέρχεται από την πατρική πυρηνική οικογένεια, χωρίς να μεσολαβήσει η σύνθετη πολυπυρηνική.Αυτό συμβαίνει στα νεότερα χρόνια όπου όλοι οι γιοι αποχωρούν από την οικογένεια με τον γάμο τους εκτός από τον τελευταίο.
Η μητροπλευρική οικογένεια-κορμός: Ο συγκεκριμένος τύπος οικογένειας συναντιέται θεσμικά συνήθως στα νησιά του Αιγαίου και σπάνια στον ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο. Η μητροπλευρική οικογένεια-κορμός στηρίζεται στην αρχή της εγκατάστασης του γαμπρού στο σπίτι της μητέρας της νύφης (μητρο-γυναικοτοπικός γάμος). Το σπίτι στο τέλος κληρονομείται από την κόρη, που μπορεί να είναι η πρώτη ή η τελευταία. Συχνότερα όμως πρόκειται για την πρωτότοκη κόρη (κανακάρα κ.λπ.), η οποία στα νησιά του Αιγαίου έχει αυξημένα δικαιώματα. Η μητροπλευρική οικογένεια είναι γνωστή και ως μητροκεντρική ή μητροεστιακή οικογένεια. Στη μητροπλευρική οικογένεια-κορμό τη φροντίδα των γονέων αναλαμβάνει η κόρη της οικογένειας. Ταυτόχρονα η συνέχιση του «σπιτιού» γίνεται μέσω θηλυγονίας, δηλαδή καταγωγής από γυναίκες. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι λεγόμενες θηλυγονικές γραμμές. Η μητροπλευρική οικογένεια-κορμός δεν προϋποθέτει υποχρεωτικά εγκατάσταση και των δύο ζευγαριών, γονιών και κόρης κάτω από την ίδια στέγη. Συνήθως οι γέροντες γονείς διαμένουν σε ένα σπίτι συνεχόμενο ή κοντά στο σπίτι της κόρης, που μπορεί να είναι και στην αυλή, το λεγόμενο γεροντικό. Η μητροπλευρική οικογένεια-κορμός έχει συνδεθεί από πλευράς οικονομίας με την απασχόληση των ανδρών στη θάλασσα, (αλιεία, ναυτιλία).

Παραδοσιακά σύμβολα

Η οικογένεια αποτελεί ταυτόχρονα και μια συμβολική ομάδα.

Χαρακτηριστική οικογένεια της Θεσσαλονικής στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η εστία: Μέσα σε κάθε παραδοσιακό σπίτι υπάρχει η εστία (τζάκι,φόκος κ.λ.π.). Η εστία δεν αποτελεί απλώς ένα χώρο όπου μαγειρεύουν οι άνθρωποι και ζεσταίνονται, αλλά είναι το σύμβολο της ενότητας της οικογένειας. Δεν είναι άσχετο το έθιμο που συναντάμε σε περιοχές του βορειελλαδικού χώρου κατά τη διαίρεση της μεγάλης πουπυρηνικής οικογένειας: μεταφέρεται φωτιά από την εστία του πατρικού σπιτιού στα σπίτια των γιων. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η συνέχεια της οικογένειας. Σε ορισμένες περιοχές της Ηπείρου όταν η νύφη εισέρχεται στο σπίτι του πεθερού, μια από τις πρώτες ενέργειες της είναι να προσκυνήσει την εστία.
Το εικονοστάσι: Παρεμφερή ρόλο έχει και το εικονοστάσι, πιθανή επιβίωση της αρχαίας εστίας, όπου τοποθετούνται οι εικόνες των αγίων της οικογένειας ή των αγίων των οποίων τα ονόματα έχουν ο αρχηγός και τα μέλη της οικογένειας.
Τα στέφανα: Ισχυρό σύμβολο του γάμου, αρκετές φορές τοποθετούνται σε στεφανοθήκες, δίπλα στο εικονοστάσι, για να δείξουν ότι ο γάμος είναι τόσο ιερός δεσμός όσο και η εκκλησία που τον ευλόγησε, ή όσο οι εικόνες των αγίων που φυλάσσονται στο εικονοστάσι.
Το φίδι και η νεράιδα του σπιτιού: Εκτός από τα σύμβολα που συνδέονται με τη φωτιά (εστία, καντήλι) σε όλη την Ελλάδα υπήρχε παλαιότερα η πίστη σε ένα «φίδι του σπιτιού», το οποίο προστατεύει την οικογένεια και δεν πρέπει κανείς να το πειράξει. Είναι ο οικουρός όφις της αρχαιότητας. Πιστεύεται ότι αν κάποιος πειράξει ή σκοτώσει το φίδι, τότε θα πεθάνει ένα μέλος ή ο αρχηγός της οικογένειας. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το φίδι αυτό είναι θηλυκό ή συνδέεται με μια φανταστική γυναικεία μορφή (νεράιδα) με διάφορες ονομασίες π.χ. βιτόρα στην Αττική, σαγιάδα στην Κοζάνη, μάισσα στον Πόντο, που θεωρείται προστάτιδα του σπιτιού.
Το αίμα και ο σπόρος: Άλλα σύμβολα, τα οποία όμως έχουν περισσότερο σχέση με την έννοια της οικογένειας ως ομάδας συγγενών, είναι το αίμα και ο σπόρος (σπέρμα). Το αίμα και ο σπόρος συμβολίζουν κυρίως τη συγγένεια ή τους συγγενείς από την ανδρική πλευρά, μέσα και έξω από το σπίτι. Πιστεύεται ότι με το αίμα και το σπόρο μεταβιβάζονται από τους παππούδες τα φυσικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά στην ομάδα.
Το γάλα: Ένα άλλο σύμβολο, το οποίο όμως δεν είναι πάντα τόσο έντονο, όπως το αίμα, είναι το γάλα. Το γάλα συμβολίζει ενίοτε τη συγγένεια από τις γυναίκες. Πιστεύεται ότι έχει παρόμοιες ιδιότητες με εκείνες του αίματος. Συγγενείς από γάλα επίσης δεν πρέπει να παντρεύονται, καθώς και μη συγγενείς που έχουν θηλάσει από την ίδια γυναίκα.
Ο εορτασμός του προστάτη αγίου: Κατά την ημέρα του εορτασμού του αγίου γίνεται λειτουργία, κατόπιν έρχεται ο ιερέας στο σπίτι κάνει ευχέλαιο και σηκώνει ύψωμα. Η οικογένεια έχει σφάξει αρνί ή κατσίκι και κάνει τραπέζι στους συγγενείς. Μερικές φορές οι οικογένειες έχουν ή κτίζουν ιδιόκτητες εκκλησίες προς τιμήν του προστάτη αγίου (Μάνη, Ήπειρος κ.ά.).

Βιβλιογραφία

  • Αλεξάκης, Ε.Π., «Οικογένεια», στο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα: Οι Νεότεροι Χρόνοι, ΕΑΠ, Πάτρα, 2002.
  • Αλεξάκης Ε.Π., Μάνη: Γένη και οικογένεια, Τροχαλία, Αθήνα, 1998.
  • Αλεξάκης Ε.Π., Ταυτότητες και ετερότητες. Σύμβολα, συγγένεια, κοινότητα στην Ελλάδα - Βαλκάνια, Δωδώνη, Αθήνα 2001.
  • Forbes Scott, A Natural History of Families, Princeton University Press, 2005, ISBN 0-691-09482-9
  • Mock Douglas W., More Than Kin and Less Than Kind, Belknap Press, 2004, ISBN 0-674-01285-2

Δικτυακοί τόποι