Mια νέα χρονιά αρχίζει. Ένα καινούριο ταξίδι ξεκινάει. Η λογοτεχνία μπορεί να μας οδηγήσει σε δρόμους που δεν το περιμένουμε και να μας ταξιδέψει σε μέρη που ποτέ ίσως δε θα πάμε. Καλό ταξίδι λοιπόν!
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011
Πατέρα στο σπίτι,Παπαδιαμάντης
ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ γράφτηκε το 1894 και ανήκει στα λεγόμενα «αθηναϊκά» διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα οποία όμως δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα «σκιαθίτικα.». Απλώς η δράση τους ξετυλίγεται στην Αθήνα, αλλά οι ήρωες είναι φτωχοί και απλοί άνθρωποι χωρίς τίποτε αστικό στη συμπεριφορά τους. Σ' αυτό το διήγημα είναι ιδιαίτερα εμφανής ο κοινωνικός προβληματισμός του συγγραφέα.
-Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.
-Χωρίς πεντάρα;
-Ναι.
-Και τι έγινε ο πατέρας σου;
-Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.
Ήτο πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λαμπρούς μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον.* Και με παιδικήν χάριν, με σπαρακτικόν εν τη αθωότητι μειδίαμα, επρόφερεν εκάστοτε την φράσιν ταύτην, της οποίας όλον το βάθος δεν ήτο ικανόν να κατανόηση, τόσον ώστε οι άνθρωποι οι μη έχοντες να κάμουν τίποτε, καθώς εγώ, πολλάκις το εκάλουν, και απέτεινον* αυτώ την άνω ερώτησιν του μικρού παντοπώλου της γειτονιάς, μόνον και μόνον δια ν' ακούσωσιν από το στόμα του την απόκρισιν.
-Να, πάει να βρει άλλη γυναίκα.
Δεν ήτο η πρώτη φορά οπού το έβλεπα. Κατ' εκείνην την ημέραν συνέβη να είμαι πλούσιος, διότι είχα κατορθώσει μετά πέντε εκλιπαρήσεις,* και μετά τεσσάρας αποπομπάς,* να λάβω δεκαπέντε δραχμάς, απέναντι ογδοήκοντα οφειλομένων μοι δι' αμοιβήν φιλολογικής εργασίας πέντε εβδομάδων. Κατά τας τοιαύτας δε ημέρας, ισαρίθμους με τας σελήνας του ενιαυτού,* μοι συμβαίνει, χωρίς να φροντίσω να πληρώσω μέρος των χρεών μου, να εξοδεύω μονοημερίς τα δυο τρίτα του ούτω πως εκβιασθέντος ποσού, φυλάττων φρονίμως το τρίτον δια τας επομένας τρεις εβδομάδας.
Έκραξα το παιδίον και του έδωκα μίαν πεντάραν. Εκείνο την έλαβεν, έβγαλεν έξω από τα χείλη την γλώσσαν, με μειδίαμα ευδαιμονίας, και ατενίζον με είπε:
- Δο μ' κι άλλη, μπάρμπα!
* * *
Δεν ήτο το μόνον παιδίον, το οποίον ήρχετο εις το μικρόν εκείνο παντοπωλείον της οδού Σ..., κατά την δυτικήν εσχατιάν* της πόλεως. Πτωχαί γυναίκες έστελναν συνήθως τας πενταετείς ή επταετείς κορασίδας των δια να οψωνίσουν. Συνέβαινε καθ' εσπέραν να κάθημαι επί ημίσειαν ώραν και πλέον, συνομιλών με δύο ή τρεις φίλους, πίνοντας το ορεκτικόν των, εις το μικρόν μαγαζίον, ενίοτε δε να λαμβάνω εκεί το λιτόν δείπνον μου. Πολλάκις τριετή νήπια ψελλίζοντα τα έστελναν αι προκομμέναι αι μητέρες των, με επικίνδυνα ποτήρια ή φιαλίδια εις τας χείρας, δια ν' αγοράσουν κασί ή λάι ή λυκάζι.* Εν τούτων εζήτει να του δώσουν ένα κουμπί (σκουμβρί), άλλο εζήτει μια πεντάρα πίτα (σπίρτα). Την γλώσσαν των μόνος ο νεαρός παντοπώλης, ο φίλος μου, ήτο ικανός να την εννοή. Ο ίδιος εσπλαγχνίζετο ενίοτε και έστελνε προπομπούς* τους ιδίους του υπηρέτας έως την θύραν των μικρών παιδιών, δια να φθάσουν ταύτα ασφαλώς εις την μητέρα των.
Συχνά συνέβαινε να ξεχάση η μικρά παιδίσκη, πενταέτις ή εξαέτις, το είδος, το οποίον εστάλη ν' αγοράση, και να είπη άλλα αντ' άλλων.
Εντεύθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι εκ μέρους των μητέρων, ύβρεις κατά του μπακάλη. Πάντοτε τον μπακάλην έβγαζαν πταίστην. Το παιδί ποτέ δεν έπταιε.
Άλλοτε συνέβη να του πέση εις τον δρόμον το μισό το ρύζι, ή να φάγη την μισήν την ζάχαριν. Τότε η μήτηρ ή η γιαγιά κατήρχετο η ιδία, και ύβριζε τον μπακάλην, λέγουσα ότι τέτοιος ήτον, τον ήξευρεν αυτή, όλο ξίκικα* επώλει· μ' αυτά εζητούσε να πλουτίση κι αυτός. Και δύναμαι να μαρτυρήσω ότι ο μπακάλης ήτο, ως εμπορευόμενος και ως άτομον, τίμιος άνθρωπος. Άλλοτε πάλιν, ο μικρός ψωνιστής, το δεινότερον,* έχανε καθ'
οδόν τα λεπτά, τα ρέστα, όσα έλαβεν από τον παντοπώλην. Πλην δια τούτο είχε ληφθή η πρόνοια να τυλίγωνται τα ρέστα εις χαρτίον, και κάποτε να δένωνται κομπόδεμα εις ράκος* και να εμβάλλωνται εις την τσέπην του μικρού. Και όμως πολλάκις εχάνοντο πεντάλεπτα και δεκάλεπτα και ολόκληροι λιμοκοντόροι.* Και πάλιν ο μπακάλης έπταιεν.
* * *
Αλλ' ας επανέλθω εις το παιδίον περί ου* ο λόγος εν αρχή. Δεν είμαι ποτέ πολυπράγμον*, αλλ' ο φίλος μου ο μικρός παντοπώλης ήξευρεν, ως εικός, όλα τα μυστικά της γειτονιάς. Ήτο γενικός θεματοφύλαξ* των αλλότριων* υποθέσεων. Δεν ηξεύρω αν το βλέμμα μου του εφάνη ερωτηματικόν, αλλ' όταν ευκαίρησεν, αυθόρμητος ήρχισε να μου διηγήται την ιστορίαν.
Προ εννέα ετών ο Μανόλης ο Φλοεράκης είχε νυμφευθή την Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Εκ της συζυγίας ταύτης εγεννήθησαν πέντε τέκνα, εξ ων το τρίτον ήτο το παιδίον εκείνο.
Ο Μανόλης ήτο ξυλουργός, αλλά δεν διέπρεπε πολύ επί φιλοπονία.* Ειργάζετο, οσάκις είχεν εργασίαν, από την Τρίτην έως την Παρασκευήν. Το Σάββατον πρωί του επονούσεν αίφνης η μέση του, την Δευτέραν του επονούσε το κεφάλι. Εννοείται ότι διήρχετο εν κραιπάλη* από το Σάββατον εσπέρας έως την Δευτέρα πρωί.
Η γυνή ήτο φίλεργος.* Είχε ραπτικήν μηχανήν και κατεσκεύαζεν υποκάμισα. Εκέρδιζεν ούτω εν τάλιρον την εβδομάδα, το οποίον, προστιθέμενον εις τας δεκατρείς ή δεκατέσσαρας δραχμάς, όσας εκέρδιζεν εκείνος, και εκ των οποίων τα ημίση του εχρειάζοντο δια το τακτικόν μεθύσι της Κυριακής, μόλις ήρκει προς συντήρησιν της οικογενείας.
Πλην η οικογένεια ηύξανε, σχεδόν κάθε χρόνον. Ανά εν κουτσουβέλι,* ή κατσιβέλι,* εγεννάτο τακτικά κάθε δεκαοκτώ μήνας, με κανονικότητα απελπιστικήν. Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο. Η εργασία εγένετο σπανιωτέρα. Η ραπτική μηχανή παρερρίφθη εις μίαν γωνίαν, ετέθη εις αχρηστίαν. Η Γιαννούλα, μη προφθάνουσα ν' απογαλακτίση εν μωρόν, και αρχίζουσα να βυζάνη αμέσως άλλο, μόλις επαρκούσα δια να πλύνη ράκη, δεν είχε πλέον καιρόν να ράπτη υποκάμισα.
Ο Μανώλης δεν έπαυσε να μεθύη τακτικά από το Σαββατόβραδον έως το εξημέρωμα της Δευτέρας. Η Γιαννούλα δεν είχε πλέον δεύτερον φόρεμα. Τα παιδιά δεν είχον πάντοτε ψωμί. Η εστία σπανίως ήτο αναμμένη. Η γυνή εγόγγυζεν. Ο Μανόλης, όταν ήρχετο, την έτρωγε από την γρίνια. Τα παιδιά έκλαιαν. Η αχυροστρωμνή ήτο τρύπια. Η κουβέρτα δεν ήρκει να σκεπάση τα τρία μεγαλύτερα παιδιά.
Η λάμπα ήτο ακαθάριστη και δεν είχε πετρέλαιον. Η στάμνα είχε σπάσει προ τριών ημερών, και έπιναν από ένα τσαγγλί*, οσάκις είχε νερόν η βρύσις της γειτονιάς. Η σκούπα, καταλερωμένη, είχε φαγωθή η μισή, και ελίπαινε το πάτωμα αντί να το σκουπίση. Το τηγάνι είχε τρυπήσει και ήτο άχρηστον. Η χύτρα ήτο ραγισμένη, και έσβηνε την φωτιάν διαρρέουσα, όταν φωτιά υπήρχε. Η κατσαρόλα ήτο παλαιά, φαγωμένη, αγάνωτη. Ο γανωτής είχε προτείνει ή να την αγοράση αντί πενήντα λεπτών, ή να την γανώση αντί πενήντα, με κίνδυνον, είπε, να τρυπήση και να γίνη άχρηστη. Η Γιαννούλα επροτίμησε να την κράτηση αγάνωτην.
Η ραπτική μηχανή είχε δοθή ενέχυρον δια δύο εικοσιπεντάρικα, τα οποία θα εχρησίμευαν δια τα γεννητούρια του τελευταίου μωρού και δι' άλλας χρείας. Τα δύο εικοσιπεντάρικα δεν επεστράφησαν, και η μηχανή εκρατήθη.
* * *
Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η οικία, όταν εισεχώρησεν ο κουμπάρος εντός.
Ο κουμπάρος ήτο άγαμος και τεσσαροκοντούτης, παχύς, ευμορφάνθρωπος με πλατύ ζουνάρι. Ήτο μέγας και πολύς, κομματάρχης ενός των πολιτευτών της Αττικής, είχε κερδίσει χρήματα από κάτι ενοικιάσεις. Ήτο άνθρωπος μ' επιρροήν.
Κατ' αρχάς ήρχετο άπαξ του μηνός. Είτα ήλθε δις εις μίαν εβδομάδα, φέρων κρέας και μικρά τίνα δώρα δια τα παιδία. Κατόπιν ήρχισε να έρχεται ημέραν παρ' ημέραν. Τέλος ήρχετο καθ' εκάστην, φέρων πάντοτε οψώνια.
Τις οίδε ποίους σκοπούς έτρεφεν ο κουμπάρος. Πλην η Γιαννούλα ήτον τίμια, όσον και πάσα άλλη.
Η Γιαννούλα ήτον τίμια, αλλ' ο Μανώλης ήτον ζηλιάρης. Και μετά πολλά εσπερινά δείπνα τα οποία έφαγεν εις την οικίαν ομού με τον κουμπάρον, μετά πολλάς δε πρωινάς σκηνάς τας οποίας έκαμεν εις την γυναίκα του, ήρχισε να μην είναι συνεπής εις τίποτε, κάποτε μάλιστα να ξενοκατιάζη.*
Της είχε διηγηθή πολλάκις ότι, πριν την πάρη, είχε μία φιλενάδα. Εκείνη είχε νυμφευθή έκτοτε, ίσως χωρίς παπά, καθώς συνηθίζεται κάποτε εις την πτωχήν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ότι την είχε ξανανταμώσει, αυτήν την πάλαιαν γνωριμίαν, και δια τούτο έλειπεν από το σπίτι βραδιές βραδιές.
Όσο δια την Γιαννούλαν, το μόνον έγκλημα της ήτο ότι, ίσως, είχε πολιτέψει* τον κουμπάρον, και δεν τον είχε διώξει μίαν και καλήν. Ο κουμπάρος ήξευρε, βλέπετε, από πολιτικήν, και αυτή, ως γυνή οπού ήτον, ήξευρεν από ψευτοπολιτικήν. Πλην οι γειτόνισσες δεν ήσαν επιεικείς, και την εκακολόγησαν. Και εις των γειτόνων, ο κυρ-Ζάχος ο Ξεφαντούλης, ήτο της αρχής ότι έπρεπεν ο ενδιαφερόμενος «να ξέρη τι τρέχει». Και η υστεροβουλία, η λανθάνουσα και αυτόν τον ίδιον, ήτο να εύρη διασκέδασιν αυτός με τες φωνές, με τες κατακεφαλιές, με τα τραβήγματα των μαλλιών και με το χώρισμα του ανδρογύνου.
Αυτό θα ειπή να σου θέλη τις το καλόν σου, να κήδεται* της τιμής σου, δηλαδή. Να σε βάλη να σκοτωθής.
* * *
Μετά τελευταίαν φοβεράν σκηνήν, από την οποίαν η Γιαννούλα εβγήκε με μισήν πλεξίδα, με εν μάγουλον αιματωμένον, και με σχισμένον υποκάμισον -και όλοι οι φρονιμότεροι άνθρωποι της γειτονιάς έτρεφον την πεποίθησιν, την οποίαν συμμερίζεται και ο γράφων, ότι η Γιαννούλα ήτον αθώα- ο Μανώλης έγινεν άφαντος. Επήγε να ενταμώση οριστικώς την πάλαιαν του γνωριμίαν.
Ο κουμπάρος εν τω μεταξύ είχε παύσει τας συχνάς επισκέψεις του. Είχεν αρραβωνισθή. Γεροντοπαλίκαρον ακμαίον, καλοκαμωμένος, ευμορφάνθρωπος, με πλατύ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας και πολύς, κερδίσας χρήματα από τας ενοικιάσεις, επόμενον ήτο να εύρη νύμφην με προίκα.
Η Γιαννούλα τον είχε πολιτέψει η πτωχή. Μόνον τούτο το αμάρτημα είχε πράξει. Αλλά τα παιδιά επεινούσαν. Πλην εκείνος εβαρύνθη να περιμένη, κι έφυγε με την ώραν του.
Και η Γιαννούλα έμεινε με τα τέσσαρα παιδιά - το πέμπτον είχεν αποθάνει, ανακληθέν* ενωρίς υπό του Πολυευσπλάγχνου και Πανσόφου εις τον κήπον τον ανθηρόν, εις το ωραίον περιβολάκι με τα κρίνα και με τους ναρκίσσους, μετά των οποίων φυτεύονται και ανθούσιν εσαεί* και τα άκακα νήπια - έμεινε, λέγω, με τα τέσσαρα παιδία, χωρίς πατέρα, και χωρίς κουμπάρον.
Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χωρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν και χωρίς ραπτικήν μηχανήν!
Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον, και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά,* αλλά δεν εννόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μίαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη, εις τον άλλον κόσμον.
Και ητιολόγει την αίτησίν του λέγον:
- Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Αφού μελετήσετε α) το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο συμβαίνουν τα περιστατικά που αφηγείται ο συγγραφέας, β) τα πρόσωπα που κινούνται στο διήγημα, τους τύπους που διαγράφονται και τη συμπεριφορά τους, γ) τις καταστάσεις που διαμορφώνονται με την πορεία της αφήγησης, να συζητήσετε: α) Για τον κοινωνικό προβληματισμό του διηγήματος, β) Για το ρεαλισμό του Παπαδιαμάντη.
2. Ορισμένοι κριτικοί κατηγόρησαν τον Παπαδιαμάντη για χαλαρή σύνδεση και για έλλειψη σχεδίου στα διηγήματα του. Να παρακολουθήσετε την τεχνική της αφήγησης στο συγκεκριμένο διήγημα και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις σχετικά με τη σύνδεση και με το σχέδιο.
3. Να βρείτε στο κείμενο χωρία που μπορούν να θεωρηθούν αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ρακένδυτος: ντυμένος με ράκη (κουρέλια), κουρελιάρης.
αποπομπή: διώξιμο (αποπέμπω).
απέτεινον: του αποτείνω- απευθύνω.
ενιαυτός: το έτος.
εκλιπαρήσεις: ικεσίες,
εσχατιά: το τέλος, η παρυφή.
λυκάζι: γλυκάδι, το ξίδι.
ξίκικα: λειψά.
προπομπός: συνοδός.
το δεινότερον: το χειρότερο.
ράκος: το κουρέλι.
αλλότριος: ξένος.
λιμοκοντόρος: εδώ: χαρτονόμισμα μιας δραχμής.
φιλοπονία: εργατικότητα.
κραιπάλη: μέθη.
περί ου (ο λόγος): για το οποίο (έγινε λόγος),
φίλεργος: εργατικός.
πολυπράγμων: πολυάσχολος, αυτός που ασχολείται με ξένες υποθέσεις.
κουτσουβέλι: νήπιο.
κατσιβέλι: γυφτάκι (ο συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο ταυτίζοντας τις λέξεις).
θεματοφύλαξ: φρουρός.
τσαγγλί: γυάλινο δοχείο.
ξενοκατιάζω: κοιμάμαι σε ξένο σπίτι, ξενοκοιμάμαι (το κοπάζω λέγεται για τις όρνιθες),
κήδομαι (με γενική): φροντίζω για κάποιον (ή για κάτι).
πολιτεύω κάποιον: του συμπεριφέρομαι με διπλωματία.
ανακληθέν: μετοχή παθ. αορ. του ανακαλώ, καλώ πάλι.
τα σταθμά: τα ζύγια, το ζύγισμα.
εσαεί: για πάντα.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
Ηθογραφία
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Με τον όρο ηθογραφία αναφερόμαστε στην γενικότερη τάση που επικρατούσε στην νεοελληνική λογοτεχνία της περιόδου 1880-1930 . Ο όρος σήμερα θεωρείται προβληματικός, καθώς άρχισε να χρησιμοποιείται χωρίς να έχει οριστεί με ακρίβεια, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αντιφάσεις και διαφωνίες ως προς το ποια έργα χαρακτηρίζονται ηθογραφικά. Επιπλέον, από τις αρχές του 20ου αι. ο όρος απέκτησε αρνητική σημασία και χρησιμοποιήθηκε συχνά ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός.Ως ηθογραφία ορίζεται η πιστή απεικόνιση της ζωής, των ηθών και των εθίμων μιας συγκεκριμένης ομάδας. Κάποιοι μελετητές περιορίζουν τον όρο μόνο για την απεικόνιση της ζωής του αγροτικού πληθυσμού και τα έργα που απεικονίζουν με αντίστοιχο τρόπο τη ζωή στα αστικά κέντρα τα χαρακτηρίζουν «αστικά». Για παράδειγμα ο Απόστολος Σαχίνης στην μελέτη του για το νεοελληνικό μυθιστόρημα του 19ου και του 20ου αιώνα αναφέρει: «…το ηθογραφικό μυθιστόρημα, στα τελευταία χρόνια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και , με την είσοδο του νέου αιώνα, το αστικό μυθιστόρημα» [1] και «το νεοελληνικό μυθιστόρημα κράτησε, από τη γέννησή του ως το 1930, την ακόλουθη πορεία: ήταν πρώτα ιστορικό, έπειτα ηθογραφικό, τέλος αστικό» [2]. Κατ’ άλλους όμως ο όρος ηθογραφία θα έπρεπε να επεκταθεί και να χρησιμοποιείται και για τα έργα που διαδραματίζονται στα αστικά κέντρα. Ο Mario Vitti αναφέρει ότι «και η αστικού περιβάλλοντος θεματολογία μπορεί δικαιωματικά να περιληφθεί» [3], ενώ ο Παντελής Βουτουρής προτείνει την διάκριση της ηθογραφίας σε «αστική» και «αγροτική» [4].
Η εμφάνιση και η εξέλιξη της ηθογραφίας
Η εμφάνιση της ηθογραφίας στην νεοελληνική λογοτεχνία σχετίζεται με ευρύτερες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό πνευματικό χώρο: η παρακμή του ρομαντισμού και η εμφάνιση του ρεαλισμού και του νατουραλισμού στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και η εξέλιξη της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες στους οποίους οφείλεται η στροφή της λογοτεχνίας στην ελληνική πραγματικότητα και την καθημερινή ζωή.Χρονολογία - σταθμός για αυτήν την στροφή της λογοτεχνίας θεωρείται το 1883: εκείνη την χρονιά δημοσιεύθηκε το πρώτο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Το αμάρτημα της μητρός μου, στο περιοδικό "Εστία". Ένα μήνα αργότερα, στις 15 Μαΐου, το ίδιο περιοδικό προκήρυξε διαγωνισμό συγγραφής διηγήματος. Στην προκήρυξη, που πιθανότατα συντάχθηκε από τον εισηγητή της επιστήμης της Λαογραφίας στην Ελλάδα Ν. Πολίτη, βασική προϋπόθεση για τα υποψήφια έργα ήταν η εξής: «Η υπόθεσις του διηγήματος έσται ελληνική, τουτέστι θα συνίσταται εις περιγραφήν σκηνών του βίου του ελληνικού λαού» [5].
Η εξέλιξη της ηθογραφικής λογοτεχνίας ακολούθησε έκτοτε δύο κατευθύνσεις: την «ειδυλλιακή» και την «ρεαλιστική». Η «ειδυλλιακή» ηθογραφία είναι η ωραιοποιημένη και εξιδανικευμένη αναπαράσταση της ζωής, κυρίως του αγροτικού χώρου. Συχνά τα έργα εξαντλούνται σε απλή καταγραφή ηθών και εθίμων, με φόρτο λαογραφικού υλικού. Ο Vitti αναφέρει σχετικά: «μπορώ να μιλήσω για πιστότητα προκειμένου να ορίσω τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό αφήγημα αντιμετωπίζει την πραγματικότητα τα χρόνια τούτα. Δεν τολμώ να μιλήσω για ρεαλισμό˙ να προστρέξω δηλαδή σε ένα σαφώς προσδιορισμένο όρο που περιλαμβάνει και την πιστότητα, αλλά που την πιστότητα την αποκτά σαν αποτέλεσμα μιας κριτικής ματιάς, πράγμα που το βλέπουμε καθαρά, η ηθογραφία αυτής της φάσης δεν το έχει ακόμη» [6]. Εκπρόσωποι αυτής της τάσης είναι οι Γεώργιος Δροσίνης, Κώστας Κρυστάλλης, Χρήστος Χρηστοβασίλης, Αργύρης Εφταλιώτης.
Αντιθέτως, η "ρεαλιστική" ηθογραφία έχει εντονότερο κοινωνικό προσανατολισμό, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με κριτικό βλέμμα και προχωρά σε ψυχολογική εμβάθυνση και σκιαγράφηση ολοκληρωμένων ανθρώπινων τύπων. Αυτού του είδους η ηθογραφία σχετίζεται με τα ρεύματα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού. Τα αντιπροσωπευτικότερα έργα είναι τα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (με χαρακτηριστικότερο όλων την νουβέλα «Η Φόνισσα»), τα διηγήματα του Βιζυηνού, οι νουβέλες του Καρκαβίτσα και αργότερα τα έργα του Κ. Χατζόπουλου και του Κ. Θεοτόκη, που είναι επηρεασμένα από την σοσιαλιστική ιδεολογία και τον προβληματισμό για το κοινωνικό ζήτημα.
βιβλιογραφία
- Παντελής Βουτουρής, Ως εις Καθρέπτην… Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1995
- Απ. Σαχίνη, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα Εκδ. Γαλαξία, Αθήνα 1971
- Mario Vitti, Η ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας εκδ. Κέδρος 1991
- Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Ηθογραφία» στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τ. 26
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011
Ελληνική πεζογραφία 1880-1930
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Από τη δεκαετία του 1880 εμφανίζεται μια μεγάλη αλλαγή στη νεοελληνική πεζογραφία. Ο ρομαντισμός παύει να είναι το κυρίαρχο ρεύμα και οι λογοτέχνες "προσγειώνονται" σε πιο οικεία θέματα, εμπνέονται από την ελληνική παράδοση, απεικονίζουν τη ζωή της υπαίθρου αρχικά και έπειτα των αστικών κέντρων, και εμφανίζονται σποραδικά στην αρχή αλλά εντονότερα από τις αρχές του 20ου αι. ρεαλιστικές και νατουραλιστικές τάσεις και κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός.Οι τάσεις της αλλαγής θα μπορούσε να πει κανείς ότι εμφανίζονται ήδη από το 1855, στο μυθιστόρημα Θάνος Βλέκας του Παύλου Καλλιγά, στο οποίο αντιμετωπίζεται με κριτική διάθεση η κατάσταση της αγροτικής κοινωνίας. Ουσιαστικά όμως το έργο που σηματοδοτεί την νέα προσέγγιση είναι το μυθιστόρημα Λουκής Λάρας του Δημήτριου Βικέλα, (1879), που παρουσιάζει με διαφορετική, "αντιηρωική" όπως έχει χαρακτηριστεί, σκοπιά, την ελληνική επανάσταση, και ακολουθεί τους κανόνες του ρεαλισμού.
Διαμορφωτικοί παράγοντες των νέων τάσεων
Οι σημαντικότεροι παράγοντες που διαμόρφωσαν νέες τάσεις στην ελληνική πεζογραφία μετά το 1880 ήταν η παρακμή του ρομαντισμού και η στροφή στα λογοτεχνικά ρεύματα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού, η ανάπτυξη της λαογραφίας και ο διαγωνισμός διηγήματος του περιοδικού Εστία.Αν και ο ρομαντισμός δεν ήταν η μοναδική τάση στην πεζογραφία της προηγούμενης περιόδου (1830-1880), είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κάποιων τάσεων, όπως τα ερωτικά μυθιστορήματα με περιπετειώδη-μελοδραματική δομή (Ο Λέανδρος του Π. Σούτσου, Η ορφανή της Χίου του Ιάκωβου Πιτσιπιού κ.α.). Η παρακμή και οι αντιδράσεις προς τον ρομαντισμό συνοδεύτηκαν από τη στροφή προς νέα λογοτεχνικά ρεύματα, του παρνασσισμού, του ρεαλισμού και του νατουραλισμού. Ορόσημο για την εισαγωγή του ρεαλισμού στην Ελλάδα είναι η δημοσίευση το 1879 της μετάφρασης της Νανάς του Εμίλ Ζολά από τον Ιωάννη Καμπούρογλου στον Ραμπαγά που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις λόγω του «προκλητικού» και «σκανδαλώδους» περιεχομένου και διακόπηκε. Η αυτόνομη έκδοση του έργου το 1880 συνοδευόταν από μια «επιστολιμαία διατριβή» αντί προλόγου, με την υπογραφή Α.Γ.Η., ο συντάκτης της οποίας παρουσίαζε τις αρχές του ευρωπαϊκού νατουραλισμού και τις νέες ανάγκες της ελληνικής λογοτεχνίας, που θα μπορούσε αυτό το ρεύμα να καλύψει.
Παράλληλα με τη στροφή προς νέες τεχνοτροπίες, εμφανίστηκε και στροφή προς νέους θεματικούς κύκλους, δηλαδή την καθημερινή ζωή της υπαίθρου. Καθοριστική ήταν η ανάπτυξη και η συστηματοποίηση της λαογραφικής έρευνας με τις εργασίες του Νικόλαου Πολίτη, θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας. Ο Ν. Πολίτης ήτανένας από τους εμπνευστές του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας το 1883 και πιθανότατα συγγραφέας της προκήρυξης του διαγωνισμού, η καλούσε τους συγγραφείς να αξιοποιήσουν τις πλούσιες παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού. Στην προκήρυξη ήταν φανερή η ηθικοπλαστική διάθεση, αφού γινόταν λόγος για «αγνά» και «ευγενή» ήθη που ο ελληνικός λαός διέθετε περισσότερο από άλλους λαούς, και για τόνωση της αγάπης για την πατρίδα. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού δεν ήταν βέβαια εξαιρετικά σε ποιότητα, αφού πολλά από τα έργα που παρουσιάστηκαν δεν ήταν καν διηγήματα, παρά απλές καταγραφές εθίμων, παραδόσεων ή λαϊκών διηγήσεων. Ο διαγωνισμός όμως συνέβαλε και στη συστηματική καλλιέργεια του διηγήματος, είδους που τις προηγούμενες δεκαετίας ήταν περιορισμένο, αλλά στο τέλος του αιώνα ξεπέρασε την παραγωγή μυθιστορημάτων.
Γενικά χαρακτηριστικά
Σε αντίθεση με την ποίηση, στην πεζογραφία η δημοτική άργησε να καθιερωθεί. Η πρώτη φάση, μέχρι το 1900 περίπου, είναι ακόμα η φάση της καθαρεύουσας: οι περισσότεροι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη και τη δημοτική, συχνά με ιδιωματισμούς, στα διαλογικά (Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Κονδυλάκης, Μωραϊτίδης). Μετά τη δημοσίευση του Ταξιδιού του Ψυχάρη, το παράδειγμά του ακολούθησαν αμέσως οι Αργύρης Εφταλιώτης και Αλέξανδρος Πάλλης και αργότερα ο Πέτρος Βλαστός, που ήταν και οι πιο «πιστοί» στις αρχές του. Την πεζογραφία σε δημοτική ενίσχυσαν στη συνέχεια - και με μετριοπάθεια- οι Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Καρκαβίτσας και αργότερα οι Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Αξιόλογη σε αυτόν τον τομέα ήταν και η έκδοση των περιοδικών Η Τέχνη (1898-1899) και Ο Νουμάς το 1903.Η γενική τάση που επικρατούσε ως το 1900 ήταν η ηθογραφία, η έμπνευση δηλαδή από την καθημερινή ζωή της υπαίθρου (αρχικά) και η πιστή αναπαράσταση ηθών, εθίμων, παραδόσεων. Η έμπνευση από την καθημερινή ζωή στην ελληνική πεζογραφία δεν ήταν κάτι νέο: τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξαν συγγραφείς που παρουσίασαν με κριτική διάθεση την καθημερινή ζωή, αλλά των αστικών κέντρων (όπως ο Γρηγόριος Παλαιολόγος στον Ζωγράφο (1842) ή ο Ι. Πιτσιπιός στον Πίθηκο Ξουθ (1849), όμως η αποκλειστική εστίαση στην αγροτική ζωή ήταν καινοτομία της μετά το 1880 περιόδου. Οι συγγραφείς στηρίχτηκαν στις προσωπικές τους αναμνήσεις και βιώματα, γι' αυτό και τα περισσότερα έργα έχουν χαρακτήρα αυτοβιογραφικό. Αρκετοί απ' αυτούς περιορίστηκαν σε απλή καταγραφή της ζωής, χωρίς να εμβαθύνουν στην ψυχολογία των προσώπων ή να αναλύουν χαρακτήρες και συχνά παρουσίαζαν την αγροτική ζωή με τρόπο ειδυλλιακό και εξιδανικευμένο, αδιαφορώντας για τα κοινωνικά προβλήματα και τις συχνά άσχημες συνθήκες. (Για παράδειγμα οι Γεώργιος Δροσίνης, Κώστας Κρυστάλλης). Οι πιο αξιόλογοι όμως συγγραφείς παρουσίασαν και δείγματα είτε ψυχογραφικά (Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κονδυλάκης, Ο Πατούχας, Βιζυηνός), είτε νατουραλιστικά, με έντονη κριτική διάθεση (Καρκαβίτσας, Ο Ζητιάνος,Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα).
Από το 1900 το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα, κυρίως την Αθήνα. Αυτή η φάση ονομάζεται είτε απλά αστική, είτε αστική ηθογραφική, σε αντιδιαστολή με την αγροτική ηθογραφική. Οι πρώτοι συγγραφείς που τοποθέτησαν τα έργα τους σε αστικό περιβάλλον ήταν οι Γιάννης Ψυχάρης και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Το μυθιστόρημα επανεμφανίστηκε με αξιόλογα δείγματα, όπως τα έργα του Χατζόπουλου και του Θεοτόκη. Παράλληλα εμφανίστηκε και ο κοινωνικός προβληματισμός, τις περισσότερες φορές ταυτισμένος με τη σοσιαλιστική ιδεολογία. (Εκπρόσωποι αυτού του είδους, εκτός από τους Χατζόπουλο και Θεοτόκη, είναι και οι Δημοσθένης Βουτυράς, Κώστας Παρορίτης). Επιπλέον, είναι αξιοσημείωτη και η επίδραση του ρεύματος του αισθητισμού στα έργα των Π.Νιρβάνα, Κ.Χρηστομάνου, Ν.Επισκοπόπουλου.
Οι κυριότεροι εκπρόσωποι
- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
- Γεώργιος Βιζυηνός
- Ιωάννης Κονδυλάκης
- Ανδρέας Καρκαβίτσας
- Γεώργιος Δροσίνης
- Γιάννης Ψυχάρης
- Αλέξανδρος Πάλλης
- Αργύρης Εφταλιώτης
- Κώστας Κρυστάλλης
- Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
- Κωνσταντίνος Θεοτόκης
- Δημοσθένης Βουτυράς
- Κώστας Παρορίτης
- Γρηγόριος Ξενόπουλος
- Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
- Παύλος Νιρβάνας
- Νικόλαος Επισκοπόπουλος
- Ίων Δραγούμης
Βιβλιογραφία
- Απ. Σαχίνη, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, εκδ. Γαλαξίας
- Mario Vitti, Η ιδεολογική λειτουργια της ελληνικής ηθογραφίας, εκδ. Κείμενα
- Η παλαιότερη πεζογραφία μας, εκδ. Σοκόλη
- Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Οι μάσκες του ρεαλισμού, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003
- Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, " Ηθογραφία", στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τ.26
- Γιάννη Παπακώστα, Το περιοδικό "Εστία" και το διήγημα, Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, Αθήνα 1982
- Π.Μουλλάς, "Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός", εισαγωγή στο: Γ.Μ.Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, Εστία 2003 (3η έκδοση)
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Θυμάστε τον πατέρα στη διαφήμιση, που ακούει έντρομος την κόρη του να του μιλάει σε μια γλώσσα ακατάληπτη, στο τέλος να της λέει αμήχανα, «Στη μάνα σου το ‘πες;»; Το ύφος του ταλαίπωρου γονιού θα πρέπει να εμφανίζεται συχνά στις διμερείς επαφές των γενεών. Έτσι, όμως, μέσα από την αμηχανία των μεγαλύτερων για τις γλωσσικές μηχανορραφίες των μικρότερων, οι νέοι διαμορφώνουν τη δική τους ταυτότητα, δικτυώνονται και μας… τη λένε κιόλας! Ο,τι πρέπει, δηλαδή. Όχι ό,τι να ‘ναι…
Οι νέοι όχι μόνο δεν πάσχουν από λεξιπενία, αλλά έχουν γλώσσα πλούσια και συνεχώς ανανεούμενη. Απλώς, είναι άλλη από αυτήν που μιλάνε οι μεγάλοι. Δεν λέμε και τίποτα καινούργιο. Από την εποχή της boom generation (της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς εφήβων στις δυτικές κοινωνίες), το φαινόμενο μιας ιδιαίτερης γλώσσας για τη νεολαία έχει γιγαντωθεί. Οι τινέιτζερ -και δεν μιλάμε μόνο για τους Αμερικανούς, αλλά και για τους Αγγλους, τους Γάλλους, ακόμη και για τους Έλληνες τεντιμπόηδες- επιχειρούσαν να διαφοροποιηθούν από τους ενηλίκους και μέσω της γλώσσας. Η αργκό είναι ανατρεπτική και επιχειρεί να σοκάρει, οπότε υπήρχε (και, φυσικά, υπάρχει) ευρύτατη χρήση υβρεολογίου, μόνο που σήμερα ελάχιστοι γονείς σοκάρονται αν το παιδί τους πει «και γαμώ» αντί για «σού- περ» ή «επικό!» Αυτοί που όντως σοκάρονται ακόμη (οι παππούδες, π.χ., ή οι καθηγητές των θρησκευτικών) είναι αυτοί που καταγγέλλουν τη νέα γενιά για το φτωχό της λεξιλόγιο.
Όσο οι έφηβοι χωρίζονται σε υποομάδες, η γλώσσα τους θα αποκτά και περισσότερο πλούτο – αφού αλλιώς μιλάνε οι γκοθάδες, αλλιώς οι emo, αλλιώς οι φανατικοί φίλαθλοι, αλλιώς οι γκέιμερ, οι σκέιτερ, οι μοδάτες κ.ο.κ.
Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας των νέων είναι ότι εκφράζει και εκφράζεται μέσα στην «παρέα», το δίκτυο των συνομηλίκων. Κατά συνέπειαν, δεν υπάρχει μια ενιαία γλώσσα· κάθε παρέα έχει δικό της κώδικα επικοινωνίας, που μπορεί να τον «αρπάξει» μια άλλη παρέα και μετά μια άλλη, μέχρι που κάποιες εκφράσεις να υιοθετηθούν από μεγάλο μέρος της νεολαίας, ειδικά με την εξέλιξη της τεχνολογίας της επικοινωνίας.
Γιατί οι νέοι αναπτύσσουν δικούς τους τρόπους έκφρασης; Ο διδάκτωρ Γλωσσολογίας Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, που ασχολείται ειδικά με τη γλώσσα στη νεανική κουλτούρα, σημειώνει: «Τα κοινωνικά δίκτυα των νέων είναι στενότερα από αυτά των ενηλίκων, γεγονός που εντείνει την πίεση γλωσσικής συμμόρφωσης με την παρέα. Απ’ την άλλη, οι συμβάσεις γλωσσικής ευγένειας και απόστασης που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως κατά την εφηβεία. Έτσι εξηγείται το ότι η συχνότητα μη πρότυπης γλώσσας είναι μεγαλύτερη στη νεότητα από ό,τι στην ενήλικη ζωή. Ψυχολογικά, κατά τη νεανική ηλικία διαμορφώνεται η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα. Η απόρριψη κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς και ο πειραματισμός με εναλλακτικά μοντέλα, τάσεις που γενικότερα χαρακτηρίζουν την εφηβεία, εκφράζονται και γλωσσικά. Με την ιδιαίτερη γλώσσα τους οι νέοι συμβολίζουν ότι ανήκουν σε μια ηλικία με δικά της ενδιαφέροντα και αξίες, που διαφέρει τόσο από τα παιδικά όσο και από τα ενήλικα χρόνια».
Η ατυχία της σημερινής νεολαίας είναι ότι οι ενήλικοι αρπάζουμε τη γλώσσα της και τη χρησιμοποιούμε ευρύτατα. Μια ενδιαφέρουσα έρευνα για τη γλώσσα, που έκανε η ALCO το 2005 για το Ινστιτούτο Επικοινωνίας, ρωτούσε Έλληνες 16-56 ετών ποια λέξη θα χρησιμοποιούσαν για να αντιδράσουν σε κάτι αναπάντεχο: Το 20% δήλωσε ότι προτιμά τη λέξη «έμεινα», το 13% το «κουφάθηκα», το 5% το «καράφλιασα», το 25% το «απίστευτο» και μόλις το 15% το «εξεπλάγην» ή το «εκπλήσσομαι»! Το συμπέρασμα; Το «απίστευτο» έχει εισχωρήσει βαθιά στην καθομιλουμένη των ενηλίκων· άλλο συμπέρασμα, λίγο άσχετο, είναι ότι το «καράφλιασα» είναι πλέον «πασέ», ή μήπως πρέπει να πω λαστ γίαρ;
Από την άλλη, οι σημερινοί 16άρηδες έχουν στη διάθεσή τους όλο τον γλωσσικό πλούτο που δημιουργήσαμε εμείς οι παλαιότεροι 16άρηδες. Η εξέλιξη της γλώσσας έχει φέρει και εξέλιξη στη νεανική αργκό, και έτσι, π.χ., το παλιότερο «Την κάνω» = φεύγω, έχει γίνει «τηγκανά», ενώ το «τζάμι» = τέλειο, σούπερ, έχει παραλλαχθεί επιτυχέστατα σε «τζαμάουα», αλλά και στο «τζαμιροκουάι» (που αποτελεί και αναφορά στον γνωστό μουσικό)!
Εκτός από εκφράσεις που ήταν κάποτε υπερβολικά της μόδας και τώρα ακούγονται ξεπερασμένες (βλέπε το «καράφλιασα» πιο πάνω ή το «ιν»), οι παλιές καλές αργκό, όπως το «φυτό», το «ούτε με σφαίρες» ή το «φάγαμε πακέτο», αλλά και τα ποδανά (η λέξη ειπωμένη ή γραμμένη ανάποδα, π.χ., ο λοστρέ = ο τρελός) αποτελούν την κληρονομιά που αφήνουμε στη γλώσσα εμείς της γενιάς των 80s. Δίπλα σ’ αυτήν, σήμερα, οι πιτσιρικάδες έχουν συμπληρώσει έναν ολόκληρο κατάλογο από ξένες λέξεις, ξενικής έμπνευσης λέξεις, λέξεις του διαδικτύου, λέξεις της εποχής της επικοινωνίας (που χρησιμοποιούν στο msn, στα chat rooms και στην αποστολή sms).
Το παγκόσμιο χωριό έχει φέρει την αγγλική γλώσσα και την αγγλική αργκό μέσα στα ελληνικά σπίτια – και έτσι δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το φαινόμενο, ειδικά αφού εδώ και χρόνια αρκετοί ενήλικοι χρησιμοποιούμε το «Θα σε πάρω πίσω» (Ι will call you back) ή το «a.s.a.p.» (as soon as possible = το συντομότερο δυνατό). Από την άλλη, τα chat rooms και τα blogs ορισμένες φορές «έκοβαν» αυτόματα τις υβριστικές εκφράσεις· κι έτσι έχει δημιουργηθεί μια σειρά από λέξεις που μοιάζουν με τις βρισιές, αλλά περνάνε από τη… λογοκρισία. Στο γλωσσάρι που ακολουθεί παραθέτουμε κάμποσες εκδοχές του «μαλάκας».
Τα ΜΜΕ παίζουν, φυσικά, το ρόλο τους σ’ αυτό το γαϊτανάκι της γλώσσας: α) Δανείζουν λέξεις στη νεολαία· έτσι, ο «Μαέβιους» είναι αναφορά στην εκπομπή των Α.Μ.Α.Ν., ο Τζακ Μπάουερ αποτίει φόρο τιμής στην τηλεοπτική σειρά «24», ενώ το «Μαμαλάκης» χαρακτηρίζει τον καλοφαγά κ.ο.κ. β) Δανείζονται λέξεις από τη νεολαία, βλέπε τον Τζίμη των «10 μικρών Μήτσων». Αυτό αυξάνει το κύρος της γλώσσας της νεολαίας, αλλά τείνει να περιορίσει τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα. Από την άλλη, χάρη στην τηλεόραση, αλλά και στα «νεανικά» περιοδικά, οι εκφράσεις της νεολαίας δεν έχουν πια σύνορα· κι έτσι, από την Καρδίτσα ως την Ξάνθη η πιτσιρικαρία μπορεί να φωνάξει χαρωπά: «Δεν υπάρχει!»
Γλωσσάρι για κάθε περίπτωση
Το έχω! = Ναι, το μπορώ/το γνωρίζω/μου φαίνεται καλή ιδέα. Σημαίνει, επίσης, είμαι καταπληκτικός: «Το ‘χεις, λέμε!» Συνώνυμο του παλιότερου «Είσαι θεός/-ά!» και του ακόμη παλιότερου «Σκίζεις!».
Δεν της το ‘χα = Δεν την είχα ικανή για κάτι τέτοιο…
Δεν υπάρχει! = Είναι απίστευτο, τρελό, καταπληκτικό. Το χρησιμοποιούμε και ως υπερθετικό για πρόσωπα: «Καλά, δεν υπάρχεις, μιλάμε!»
Ο,τι να ‘ναι = Χρησιμοποιείται πάρα πολύ και με διάφορες αφορμές, αλλά και χωρίς αφορμή· δηλώνει την ασυνεννοησία, την ανοργανωσιά. Ως χαρακτηρισμός προσώπου δηλώνει κάποιον που είναι στον κόσμο του: «Ο τύπος είναι ό,τι να ‘ναι!» Ανάμεσα σε παρέες, παίρνει και την έννοια του «Δε βαριέσαι» ή του «Ας πάει και το παλιάμπελο»: «Είδαμε μαραθώνιο “True Blood” όλο το Σάββατο! – Καλά, ό,τι να ‘ναι!» ή «Τι λέτε; Τρία επεισόδια έμειναν, να τα δούμε; – Καλά, ό,τι να ‘ναι!»
Το ‘χει κάψει, είναι καμένος = Τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν καταστραφεί (από ουσίες ή από βιντεογκέιμ).
Δεν την παλεύω = Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο, δεν «το ‘χω».
Τα σπάμε = Είμαστε καταπληκτικοί, «το ‘χουμε», περνάμε σούπερ. «Τα σπάει!» = είναι τέλειο, εντυπωσιάζει…
Πού ‘σαι, ρε μαν; = Η φράση χρησιμοποιείται έτσι ακριβώς ως χαιρετισμός. Από το αγγλικό man και με εμφανή την επιρροή της χιπ χοπ κουλτούρας.
Νταουνιάσου! = Κάτσε κάτω, sit down. Είναι νέα, χιουμοριστική χρήση που δεν έχει σχέση με το «νταουνιάζομαι», το «πέφτω ψυχολογικά», που ήταν λαστ γίαρ!
Ενιγουέι = (Anyway) Οπως και να ‘χει. Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό.
Χελόου; = (Hello?) Είναι κανείς εκεί; (μέσα στο κεφάλι σου) ή «το ‘χεις ακατοίκητο;» Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό, για να δηλώσει το υπερπροφανές, αυτό που ο άλλος είναι «ζώγγολο» αν δεν το καταλαβαίνει.
Τζίζας = (Jesus) Ο Ιησούς και τα άτομα που έχουν εμφάνιση αυτού του τύπου. «Πού πας, ρε μεγάλε, με τα μαλλιά σαν τον Τζίζας;»
Ρισπέκτ! = (Respect!) Χρησιμοποιείται όπως και η αντίστοιχη αγγλική έκφραση, για να δηλώσει βαθιά εκτίμηση σε πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση: «Εντάξει, ξέρει μπάσκετ το άτομο, ρισπέκτ!» – «Χα, χα, ρισπέκτ, μεγάλε, μου ‘φτιαξες το κέφι, μαν!»
Οκέικ = Το οκέι σε χιουμοριστική εκδοχή, με μεγάλη πέραση αυτόν τον καιρό.
Αν-παίκταμπλ = Από το στερητικό α + παίζομαι + την αγγλική κατάληξη -able: Δεν παίζεται!
Λ.Α. (προφέρεται ελ έι) = Το λεκανοπέδιο Αττικής, στη γλώσσα των χιπ-χόπερ και των δυτικών προαστίων. Πώς είναι το Λος Αντζελες; Καμία σχέση!
Το συσιφόνι = Ελληνοποίηση του youtube (εσύ+σιφόνι). Χρησιμοποιείται με χιουμοριστική διάθεση.
Λεβελιάζω = Από το αγγλικό level: Ανεβαίνω επίπεδα με γοργούς ρυθμούς, σε ον λάιν γκέιμ. Σημαίνει και το έχω κολλήσει άσχημα (εθιστεί) και παίζω όλη μέρα.
Ζούδι = Ζώο, άχρηστος. Η νέα γενιά το χρησιμοποιεί με σχετικά ελαφριά διάθεση. «Καλά, ρε ζούδι, δεν υπάρχει αυτό που λες!»
Ζώγγολο = Από το ζώο + μόγγολο. Χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στη χαμηλή διανοητική ικανότητα του αναφερόμενου ως «ζώγγολο».
Ούζο = Ούφο, ζώο, χαζό.
Αργάμισι = Αργά και κάτι παρά πάνω: «Τι ώρα γύρισες χτες; – Ε, αργάμισι!», «Καλά, ας μην τον περιμένουμε, αυτός θα έρθει αργάμισι!»
Εφαγα χι, έριξα χι = Απόρριψη, χυλόπιτα, διακοπή διπλωματικών σχέσεων: «Δεν με ξέρει καλά εμένα, θα φάει ένα χι που θα είναι όλο δικό του!»
Καστανάς = Ο ασήμαντος, ο τίποτα: «Τι κάνει αυτή με τον καστανά;»
Σάπιος = Κάποιος που δεν είναι εντάξει.
Μαλέφας = Μαλ (μαλάκας) + έφας (ελέφας). Συνώνυμο του «γκράντε μαλάκα» σε λιγότερο προσβλητική εκδοχή.
Μακάκας = Πολύ χοτ λόγω Λαζόπουλου.
Μαλακάσας = Λίγο πιο ελαφρύ από το σκέτο…
Μαέβιους = Ο,τι και τα παραπάνω, αναφορά στον «Μαέβιους Παχατουρίδη», τον πομπώδη ζωγράφο από τους Α.Μ.Α.Ν.
Σκαλώνω = Κολλάω, δυσκολεύομαι: «Να δεις πώς τον είπε; Σκάλωσα τώρα…»
Λούζομαι, το λούζω = Αράζω χωρίς να κάνω τίποτα, «σαπίζω»: «Πώς λούστηκες χτες;» (Δηλαδή, τι έκανες;) Συχνές χρήσεις: «Ασε, σήμερα πάλι έλουσα» – «Είσαι λούστης!»
Σάπινγκ = Από το «σαπίζω» και την κατάληξη -ing: Το λούζω, δεν κάνω τίποτα, είμαι όλη μέρα στον καναπέ… «Κομμάτια είμαι από χτες, σήμερα θα κάνω σάπινγκ». Να μη συγχέεται με το παλιότερο «κοκούνινγκ», που ήταν η αγγλική έκφραση cocooning και είχε τη θετική έννοια του αράγματος στο ζεστό σπιτικό.
Κλασικά = Ξανά στη μόδα μεταξύ των νέων παιδιών, προς απόδειξιν του ότι όλες οι μόδες, ακόμη και οι λεκτικές, μπορούν να επιστρέψουν: «Και, κλασικά, το λούσαμε και χτες». Σήμερα, όμως, χρησιμοποιείται όπως και το «classic» στα αγγλικά, ως δήλωση του αναμενόμενου: «Και του είπα του μαλέφα, η γκόμενα είναι φέτα, αλλά αυτός εκεί, σκάλωσε! – Κλασικό!»
Επικό = Τρομερό, καταπληκτικό, ανώτερο από «κλασικό». Επίσης χαρακτηρίζει και μια εντυπωσιακή γυναίκα: «Επική γκόμενα, λέμε!»
Ελεος! = Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό «mercy!» ως επιφώνημα. «Πάλι ποδόσφαιρο θα δείτε; Ελεος!»
Σαύρα = Μη εμφανίσιμη γκόμενα.
Φ.Ε.Τ.Α.= Το ίδιο, από τα αρχικά Φανατική Εκπρόσωπος Της Ασχήμιας!
Φλόμπα = Μη εμφανίσιμη, παράλληλα δε και κακού ή φτηνού γούστου γκόμενα.
Γκικ = Φύτουκλας (και τα πιο ελαφρά: σπασίκλας, φυτό). Geek: Ατομο που δεν «το ‘χει» με το γενικό περιβάλλον και που είναι κολλημένο με αντικείμενα ή θέματα διανοητικού περιεχομένου, τεχνολογίας και αντίστοιχων παιχνιδιών (ηλεκτρονικών και μη). Το «σπασίκλας» αφορά περισσότερο τον κολλημένο με τα βιβλία και τα μαθήματα.
Ντρίμι = Το αγγλικό «dreamy» (ονειρικός, όνειρο), αντικαθιστά ταχύτατα το -παλιότερο- «θεϊκός». Για γραπτά μηνύματα…
Ο-μι-τζι= Ο.Μ.G., τα αρχικά τού «oh, my God!» (Θεέ μου!). Εκφραση πάρα πολύ της μόδας στην Αμερική, πέρασε μέσω ίντερνετ τσάτινγκ σε όλο τον κόσμο. Μόνο που εδώ χρησιμοποιείται και… προφορικά!
ΛΟΛ = L.Ο.L., τα αρχικά τού «laugh out loud» (γελάω δυνατά). Διεθνώς χρησιμοποιείται μόνο στη γραπτή επικοινωνία μέσω ίντερνετ ή sms, εδώ ακούγεται κιόλας. Σημειώστε και το αρκετά χιουμοριστικό προφορικό «Ο-μι-τζι και τρία ΛΟΛ!».
ROTF-LOL = Ο υπερθετικός του ΛΟΛ,«rolling on the floor laughing out loud»: Κυλιέμαι στο πάτωμα από τα γέλια! Ευρύτατης χρήσεως στο ίντερνετ. Της ιδίας φύσεως και τα:
LMAO = Laughing my ass off: Ξεκωλώθηκα στο γέλιο.
LMFAO = Laughing my fucking ass off: Ξεκωλώθηκα εντελώς και συνεχίζω να γελάω.
ROFLMAO = Rolling on floor laughing my ass off: Κυλιέμαι στα πάτωμα ξεκωλωμένος από τα γέλια (και πάει λέγοντας…).
BF / GF = Boy-friend, Girl-friend: Το αγόρι/ το κορίτσι ή αυτός/-ή που θέλουμε.
BFF = Best friends forever: Η κολλητή (βλέπε και την ομότιτλη εκπομπή ριάλιτι με την Πάρις Χίλτον).
F2F = Face to face: Πρόσωπο με πρόσωπο. Παίζει πολύ στα sms «ψησίματος».
ΤΥ = Thank you, ευχαριστώ εν συντομία.
WTF? = Τα αρχικά τού «what the f**k?». Σε ελεύθερη μετάφραση, τι στο διάολο; Αποκλειστικά σε γραπτή επικοινωνία.
POS = Parent over shoulder, συνθηματικό «σύρμα». Σημαίνει στην ιντερνετική γλώσσα «γονιός πάνω απ’ τον ώμο μου», δεν μπορώ να μιλήσω τώρα…
Ρ911 = Συναγερμός, γονείς! Από το Ρ (parent) και τον αριθμό 911 (το αμερικανικό της αμέσου βοηθείας)!
CD9 – Code 9 = Και πάλι συνθηματικό στον τύπο με τον οποίο «τσατάρεις» για το ότι εμφανίστηκε γονιός στο δωμάτιο! Εμπνευσμένο από τους συναγερμούς (code) της αμερικανικής αστυνομίας.
BRB = Επιστρέφω αμέσως («be right back»), όταν αφήνεις τη σελίδα ή βγαίνεις από το διαδίκτυο μέχρι να φύγει ο γονιός!
ASL = Από τα αρχικά των «age, σeξ, location» (ηλικία, φύλο, τόπος): Αποκλειστικά στο τσάτινγκ, για να ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις!
RTMS = Τα αρχικά τού «Ρώτα τη μάνα σου!» ή, μάλλον, «Rota ti mana sou»! Ευφυές και ξεκαρδιστικό. Αποκλειστικά και μόνο σε γραπτή επικοινωνία.
Διαβάστε
…………..1…………..
«Οι νέοι βγάζουν… γλώσσα»
Αυτός είναι ο τίτλος του νεανικού λεξικού που εκδόθηκε μόλις από το Γυμνάσιο Νέας Αλικαρνασσού. Για την έκδοσή του εργάστηκαν μαθητές της Γ’ τάξης του Γυμνασίου (Γ2, Γ4, Γ6), με υπεύθυνους καθηγητές τον Μιχάλη Μυστακέλλη και τη Μαρία Οικονομάκη.
…………..2…………..
Ι. Κατσίκης & Δ. Σπυρόπουλος, «Το αλφαβητάρι της γλώσσας των νέων – Ολα όσα πρέπει να ξέρεις και δεν σου έχουν πει για τη γλώσσα των νέων», εικον. Νότης Κατσέλης, εκδ. Δίαυλος
Είναι παλιό για τη συγκεκριμένη γλώσσα, βέβαια (από το 1999), αλλά έχει το γούστο του.
…………..3…………..
Α. Ιορδανίδου & Γ.Κ. Ανδρουτσόπουλος, «Πήρανε τη γλώσσα στο… κρανίο», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999 Στάσεις των ΜΜΕ απέναντι στη γλώσσα των νέων.
Διαφημίσεις που… μιλάνε αργκό
«Στη μάνα σου το είπες;» Ξεκαρδιστική διαφήμιση που στηρίζεται στην ιντερνετική αργκό. Ολο το αστείο βασίζεται ακριβώς στην αδυναμία του πατέρα να κατανοήσει τα περί ADSL, νταουνλόουντ και λοιπά που του αραδιάζει στεναχωρημένη η κόρη του.
«Πουτ δε κοτ ντάουν!» Φράση από διαφήμιση της NOVA που έγινε πολύ της μόδας πριν από τρία χρόνια. Χρησιμοποιείται χιουμοριστικά για να δηλώσει τον ψιλοβλάχο, ενώ αν την «γκουγκλάρετε» θα τη βρείτε και ως καταγγελτική φράση σε δεκάδες μπλογκ.
«…εν γιου αρ γουέιζερ φορ λάβερ μι». Η διαφήμιση του ραδιοσταθμού Freedom, όπου μια φωνή προσπαθεί να κάνει καραόκε στο «Ι was made for loving you» των KISS. Πανέξυπνο, γιατί η νεολαία μιλάει μια χαρά αγγλικά και άρα μόνο ξεκαρδιστικό θα το βρει – και οι μεγαλύτεροι που δεν τα μιλάνε θα το γυρίσουν στον 88,9!
(πηγή: http://www.otherside.gr)
Οι νέοι όχι μόνο δεν πάσχουν από λεξιπενία, αλλά έχουν γλώσσα πλούσια και συνεχώς ανανεούμενη. Απλώς, είναι άλλη από αυτήν που μιλάνε οι μεγάλοι. Δεν λέμε και τίποτα καινούργιο. Από την εποχή της boom generation (της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς εφήβων στις δυτικές κοινωνίες), το φαινόμενο μιας ιδιαίτερης γλώσσας για τη νεολαία έχει γιγαντωθεί. Οι τινέιτζερ -και δεν μιλάμε μόνο για τους Αμερικανούς, αλλά και για τους Αγγλους, τους Γάλλους, ακόμη και για τους Έλληνες τεντιμπόηδες- επιχειρούσαν να διαφοροποιηθούν από τους ενηλίκους και μέσω της γλώσσας. Η αργκό είναι ανατρεπτική και επιχειρεί να σοκάρει, οπότε υπήρχε (και, φυσικά, υπάρχει) ευρύτατη χρήση υβρεολογίου, μόνο που σήμερα ελάχιστοι γονείς σοκάρονται αν το παιδί τους πει «και γαμώ» αντί για «σού- περ» ή «επικό!» Αυτοί που όντως σοκάρονται ακόμη (οι παππούδες, π.χ., ή οι καθηγητές των θρησκευτικών) είναι αυτοί που καταγγέλλουν τη νέα γενιά για το φτωχό της λεξιλόγιο.
Όσο οι έφηβοι χωρίζονται σε υποομάδες, η γλώσσα τους θα αποκτά και περισσότερο πλούτο – αφού αλλιώς μιλάνε οι γκοθάδες, αλλιώς οι emo, αλλιώς οι φανατικοί φίλαθλοι, αλλιώς οι γκέιμερ, οι σκέιτερ, οι μοδάτες κ.ο.κ.
Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας των νέων είναι ότι εκφράζει και εκφράζεται μέσα στην «παρέα», το δίκτυο των συνομηλίκων. Κατά συνέπειαν, δεν υπάρχει μια ενιαία γλώσσα· κάθε παρέα έχει δικό της κώδικα επικοινωνίας, που μπορεί να τον «αρπάξει» μια άλλη παρέα και μετά μια άλλη, μέχρι που κάποιες εκφράσεις να υιοθετηθούν από μεγάλο μέρος της νεολαίας, ειδικά με την εξέλιξη της τεχνολογίας της επικοινωνίας.
Γιατί οι νέοι αναπτύσσουν δικούς τους τρόπους έκφρασης; Ο διδάκτωρ Γλωσσολογίας Γιάννης Ανδρουτσόπουλος, που ασχολείται ειδικά με τη γλώσσα στη νεανική κουλτούρα, σημειώνει: «Τα κοινωνικά δίκτυα των νέων είναι στενότερα από αυτά των ενηλίκων, γεγονός που εντείνει την πίεση γλωσσικής συμμόρφωσης με την παρέα. Απ’ την άλλη, οι συμβάσεις γλωσσικής ευγένειας και απόστασης που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως κατά την εφηβεία. Έτσι εξηγείται το ότι η συχνότητα μη πρότυπης γλώσσας είναι μεγαλύτερη στη νεότητα από ό,τι στην ενήλικη ζωή. Ψυχολογικά, κατά τη νεανική ηλικία διαμορφώνεται η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα. Η απόρριψη κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς και ο πειραματισμός με εναλλακτικά μοντέλα, τάσεις που γενικότερα χαρακτηρίζουν την εφηβεία, εκφράζονται και γλωσσικά. Με την ιδιαίτερη γλώσσα τους οι νέοι συμβολίζουν ότι ανήκουν σε μια ηλικία με δικά της ενδιαφέροντα και αξίες, που διαφέρει τόσο από τα παιδικά όσο και από τα ενήλικα χρόνια».
Η ατυχία της σημερινής νεολαίας είναι ότι οι ενήλικοι αρπάζουμε τη γλώσσα της και τη χρησιμοποιούμε ευρύτατα. Μια ενδιαφέρουσα έρευνα για τη γλώσσα, που έκανε η ALCO το 2005 για το Ινστιτούτο Επικοινωνίας, ρωτούσε Έλληνες 16-56 ετών ποια λέξη θα χρησιμοποιούσαν για να αντιδράσουν σε κάτι αναπάντεχο: Το 20% δήλωσε ότι προτιμά τη λέξη «έμεινα», το 13% το «κουφάθηκα», το 5% το «καράφλιασα», το 25% το «απίστευτο» και μόλις το 15% το «εξεπλάγην» ή το «εκπλήσσομαι»! Το συμπέρασμα; Το «απίστευτο» έχει εισχωρήσει βαθιά στην καθομιλουμένη των ενηλίκων· άλλο συμπέρασμα, λίγο άσχετο, είναι ότι το «καράφλιασα» είναι πλέον «πασέ», ή μήπως πρέπει να πω λαστ γίαρ;
Από την άλλη, οι σημερινοί 16άρηδες έχουν στη διάθεσή τους όλο τον γλωσσικό πλούτο που δημιουργήσαμε εμείς οι παλαιότεροι 16άρηδες. Η εξέλιξη της γλώσσας έχει φέρει και εξέλιξη στη νεανική αργκό, και έτσι, π.χ., το παλιότερο «Την κάνω» = φεύγω, έχει γίνει «τηγκανά», ενώ το «τζάμι» = τέλειο, σούπερ, έχει παραλλαχθεί επιτυχέστατα σε «τζαμάουα», αλλά και στο «τζαμιροκουάι» (που αποτελεί και αναφορά στον γνωστό μουσικό)!
Εκτός από εκφράσεις που ήταν κάποτε υπερβολικά της μόδας και τώρα ακούγονται ξεπερασμένες (βλέπε το «καράφλιασα» πιο πάνω ή το «ιν»), οι παλιές καλές αργκό, όπως το «φυτό», το «ούτε με σφαίρες» ή το «φάγαμε πακέτο», αλλά και τα ποδανά (η λέξη ειπωμένη ή γραμμένη ανάποδα, π.χ., ο λοστρέ = ο τρελός) αποτελούν την κληρονομιά που αφήνουμε στη γλώσσα εμείς της γενιάς των 80s. Δίπλα σ’ αυτήν, σήμερα, οι πιτσιρικάδες έχουν συμπληρώσει έναν ολόκληρο κατάλογο από ξένες λέξεις, ξενικής έμπνευσης λέξεις, λέξεις του διαδικτύου, λέξεις της εποχής της επικοινωνίας (που χρησιμοποιούν στο msn, στα chat rooms και στην αποστολή sms).
Το παγκόσμιο χωριό έχει φέρει την αγγλική γλώσσα και την αγγλική αργκό μέσα στα ελληνικά σπίτια – και έτσι δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το φαινόμενο, ειδικά αφού εδώ και χρόνια αρκετοί ενήλικοι χρησιμοποιούμε το «Θα σε πάρω πίσω» (Ι will call you back) ή το «a.s.a.p.» (as soon as possible = το συντομότερο δυνατό). Από την άλλη, τα chat rooms και τα blogs ορισμένες φορές «έκοβαν» αυτόματα τις υβριστικές εκφράσεις· κι έτσι έχει δημιουργηθεί μια σειρά από λέξεις που μοιάζουν με τις βρισιές, αλλά περνάνε από τη… λογοκρισία. Στο γλωσσάρι που ακολουθεί παραθέτουμε κάμποσες εκδοχές του «μαλάκας».
Τα ΜΜΕ παίζουν, φυσικά, το ρόλο τους σ’ αυτό το γαϊτανάκι της γλώσσας: α) Δανείζουν λέξεις στη νεολαία· έτσι, ο «Μαέβιους» είναι αναφορά στην εκπομπή των Α.Μ.Α.Ν., ο Τζακ Μπάουερ αποτίει φόρο τιμής στην τηλεοπτική σειρά «24», ενώ το «Μαμαλάκης» χαρακτηρίζει τον καλοφαγά κ.ο.κ. β) Δανείζονται λέξεις από τη νεολαία, βλέπε τον Τζίμη των «10 μικρών Μήτσων». Αυτό αυξάνει το κύρος της γλώσσας της νεολαίας, αλλά τείνει να περιορίσει τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα. Από την άλλη, χάρη στην τηλεόραση, αλλά και στα «νεανικά» περιοδικά, οι εκφράσεις της νεολαίας δεν έχουν πια σύνορα· κι έτσι, από την Καρδίτσα ως την Ξάνθη η πιτσιρικαρία μπορεί να φωνάξει χαρωπά: «Δεν υπάρχει!»
Γλωσσάρι για κάθε περίπτωση
Το έχω! = Ναι, το μπορώ/το γνωρίζω/μου φαίνεται καλή ιδέα. Σημαίνει, επίσης, είμαι καταπληκτικός: «Το ‘χεις, λέμε!» Συνώνυμο του παλιότερου «Είσαι θεός/-ά!» και του ακόμη παλιότερου «Σκίζεις!».
Δεν της το ‘χα = Δεν την είχα ικανή για κάτι τέτοιο…
Δεν υπάρχει! = Είναι απίστευτο, τρελό, καταπληκτικό. Το χρησιμοποιούμε και ως υπερθετικό για πρόσωπα: «Καλά, δεν υπάρχεις, μιλάμε!»
Ο,τι να ‘ναι = Χρησιμοποιείται πάρα πολύ και με διάφορες αφορμές, αλλά και χωρίς αφορμή· δηλώνει την ασυνεννοησία, την ανοργανωσιά. Ως χαρακτηρισμός προσώπου δηλώνει κάποιον που είναι στον κόσμο του: «Ο τύπος είναι ό,τι να ‘ναι!» Ανάμεσα σε παρέες, παίρνει και την έννοια του «Δε βαριέσαι» ή του «Ας πάει και το παλιάμπελο»: «Είδαμε μαραθώνιο “True Blood” όλο το Σάββατο! – Καλά, ό,τι να ‘ναι!» ή «Τι λέτε; Τρία επεισόδια έμειναν, να τα δούμε; – Καλά, ό,τι να ‘ναι!»
Το ‘χει κάψει, είναι καμένος = Τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν καταστραφεί (από ουσίες ή από βιντεογκέιμ).
Δεν την παλεύω = Δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο, δεν «το ‘χω».
Τα σπάμε = Είμαστε καταπληκτικοί, «το ‘χουμε», περνάμε σούπερ. «Τα σπάει!» = είναι τέλειο, εντυπωσιάζει…
Πού ‘σαι, ρε μαν; = Η φράση χρησιμοποιείται έτσι ακριβώς ως χαιρετισμός. Από το αγγλικό man και με εμφανή την επιρροή της χιπ χοπ κουλτούρας.
Νταουνιάσου! = Κάτσε κάτω, sit down. Είναι νέα, χιουμοριστική χρήση που δεν έχει σχέση με το «νταουνιάζομαι», το «πέφτω ψυχολογικά», που ήταν λαστ γίαρ!
Ενιγουέι = (Anyway) Οπως και να ‘χει. Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό.
Χελόου; = (Hello?) Είναι κανείς εκεί; (μέσα στο κεφάλι σου) ή «το ‘χεις ακατοίκητο;» Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό, για να δηλώσει το υπερπροφανές, αυτό που ο άλλος είναι «ζώγγολο» αν δεν το καταλαβαίνει.
Τζίζας = (Jesus) Ο Ιησούς και τα άτομα που έχουν εμφάνιση αυτού του τύπου. «Πού πας, ρε μεγάλε, με τα μαλλιά σαν τον Τζίζας;»
Ρισπέκτ! = (Respect!) Χρησιμοποιείται όπως και η αντίστοιχη αγγλική έκφραση, για να δηλώσει βαθιά εκτίμηση σε πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση: «Εντάξει, ξέρει μπάσκετ το άτομο, ρισπέκτ!» – «Χα, χα, ρισπέκτ, μεγάλε, μου ‘φτιαξες το κέφι, μαν!»
Οκέικ = Το οκέι σε χιουμοριστική εκδοχή, με μεγάλη πέραση αυτόν τον καιρό.
Αν-παίκταμπλ = Από το στερητικό α + παίζομαι + την αγγλική κατάληξη -able: Δεν παίζεται!
Λ.Α. (προφέρεται ελ έι) = Το λεκανοπέδιο Αττικής, στη γλώσσα των χιπ-χόπερ και των δυτικών προαστίων. Πώς είναι το Λος Αντζελες; Καμία σχέση!
Το συσιφόνι = Ελληνοποίηση του youtube (εσύ+σιφόνι). Χρησιμοποιείται με χιουμοριστική διάθεση.
Λεβελιάζω = Από το αγγλικό level: Ανεβαίνω επίπεδα με γοργούς ρυθμούς, σε ον λάιν γκέιμ. Σημαίνει και το έχω κολλήσει άσχημα (εθιστεί) και παίζω όλη μέρα.
Ζούδι = Ζώο, άχρηστος. Η νέα γενιά το χρησιμοποιεί με σχετικά ελαφριά διάθεση. «Καλά, ρε ζούδι, δεν υπάρχει αυτό που λες!»
Ζώγγολο = Από το ζώο + μόγγολο. Χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στη χαμηλή διανοητική ικανότητα του αναφερόμενου ως «ζώγγολο».
Ούζο = Ούφο, ζώο, χαζό.
Αργάμισι = Αργά και κάτι παρά πάνω: «Τι ώρα γύρισες χτες; – Ε, αργάμισι!», «Καλά, ας μην τον περιμένουμε, αυτός θα έρθει αργάμισι!»
Εφαγα χι, έριξα χι = Απόρριψη, χυλόπιτα, διακοπή διπλωματικών σχέσεων: «Δεν με ξέρει καλά εμένα, θα φάει ένα χι που θα είναι όλο δικό του!»
Καστανάς = Ο ασήμαντος, ο τίποτα: «Τι κάνει αυτή με τον καστανά;»
Σάπιος = Κάποιος που δεν είναι εντάξει.
Μαλέφας = Μαλ (μαλάκας) + έφας (ελέφας). Συνώνυμο του «γκράντε μαλάκα» σε λιγότερο προσβλητική εκδοχή.
Μακάκας = Πολύ χοτ λόγω Λαζόπουλου.
Μαλακάσας = Λίγο πιο ελαφρύ από το σκέτο…
Μαέβιους = Ο,τι και τα παραπάνω, αναφορά στον «Μαέβιους Παχατουρίδη», τον πομπώδη ζωγράφο από τους Α.Μ.Α.Ν.
Σκαλώνω = Κολλάω, δυσκολεύομαι: «Να δεις πώς τον είπε; Σκάλωσα τώρα…»
Λούζομαι, το λούζω = Αράζω χωρίς να κάνω τίποτα, «σαπίζω»: «Πώς λούστηκες χτες;» (Δηλαδή, τι έκανες;) Συχνές χρήσεις: «Ασε, σήμερα πάλι έλουσα» – «Είσαι λούστης!»
Σάπινγκ = Από το «σαπίζω» και την κατάληξη -ing: Το λούζω, δεν κάνω τίποτα, είμαι όλη μέρα στον καναπέ… «Κομμάτια είμαι από χτες, σήμερα θα κάνω σάπινγκ». Να μη συγχέεται με το παλιότερο «κοκούνινγκ», που ήταν η αγγλική έκφραση cocooning και είχε τη θετική έννοια του αράγματος στο ζεστό σπιτικό.
Κλασικά = Ξανά στη μόδα μεταξύ των νέων παιδιών, προς απόδειξιν του ότι όλες οι μόδες, ακόμη και οι λεκτικές, μπορούν να επιστρέψουν: «Και, κλασικά, το λούσαμε και χτες». Σήμερα, όμως, χρησιμοποιείται όπως και το «classic» στα αγγλικά, ως δήλωση του αναμενόμενου: «Και του είπα του μαλέφα, η γκόμενα είναι φέτα, αλλά αυτός εκεί, σκάλωσε! – Κλασικό!»
Επικό = Τρομερό, καταπληκτικό, ανώτερο από «κλασικό». Επίσης χαρακτηρίζει και μια εντυπωσιακή γυναίκα: «Επική γκόμενα, λέμε!»
Ελεος! = Χρησιμοποιείται όπως και το αντίστοιχο αγγλικό «mercy!» ως επιφώνημα. «Πάλι ποδόσφαιρο θα δείτε; Ελεος!»
Σαύρα = Μη εμφανίσιμη γκόμενα.
Φ.Ε.Τ.Α.= Το ίδιο, από τα αρχικά Φανατική Εκπρόσωπος Της Ασχήμιας!
Φλόμπα = Μη εμφανίσιμη, παράλληλα δε και κακού ή φτηνού γούστου γκόμενα.
Γκικ = Φύτουκλας (και τα πιο ελαφρά: σπασίκλας, φυτό). Geek: Ατομο που δεν «το ‘χει» με το γενικό περιβάλλον και που είναι κολλημένο με αντικείμενα ή θέματα διανοητικού περιεχομένου, τεχνολογίας και αντίστοιχων παιχνιδιών (ηλεκτρονικών και μη). Το «σπασίκλας» αφορά περισσότερο τον κολλημένο με τα βιβλία και τα μαθήματα.
Ντρίμι = Το αγγλικό «dreamy» (ονειρικός, όνειρο), αντικαθιστά ταχύτατα το -παλιότερο- «θεϊκός». Για γραπτά μηνύματα…
Ο-μι-τζι= Ο.Μ.G., τα αρχικά τού «oh, my God!» (Θεέ μου!). Εκφραση πάρα πολύ της μόδας στην Αμερική, πέρασε μέσω ίντερνετ τσάτινγκ σε όλο τον κόσμο. Μόνο που εδώ χρησιμοποιείται και… προφορικά!
ΛΟΛ = L.Ο.L., τα αρχικά τού «laugh out loud» (γελάω δυνατά). Διεθνώς χρησιμοποιείται μόνο στη γραπτή επικοινωνία μέσω ίντερνετ ή sms, εδώ ακούγεται κιόλας. Σημειώστε και το αρκετά χιουμοριστικό προφορικό «Ο-μι-τζι και τρία ΛΟΛ!».
ROTF-LOL = Ο υπερθετικός του ΛΟΛ,«rolling on the floor laughing out loud»: Κυλιέμαι στο πάτωμα από τα γέλια! Ευρύτατης χρήσεως στο ίντερνετ. Της ιδίας φύσεως και τα:
LMAO = Laughing my ass off: Ξεκωλώθηκα στο γέλιο.
LMFAO = Laughing my fucking ass off: Ξεκωλώθηκα εντελώς και συνεχίζω να γελάω.
ROFLMAO = Rolling on floor laughing my ass off: Κυλιέμαι στα πάτωμα ξεκωλωμένος από τα γέλια (και πάει λέγοντας…).
BF / GF = Boy-friend, Girl-friend: Το αγόρι/ το κορίτσι ή αυτός/-ή που θέλουμε.
BFF = Best friends forever: Η κολλητή (βλέπε και την ομότιτλη εκπομπή ριάλιτι με την Πάρις Χίλτον).
F2F = Face to face: Πρόσωπο με πρόσωπο. Παίζει πολύ στα sms «ψησίματος».
ΤΥ = Thank you, ευχαριστώ εν συντομία.
WTF? = Τα αρχικά τού «what the f**k?». Σε ελεύθερη μετάφραση, τι στο διάολο; Αποκλειστικά σε γραπτή επικοινωνία.
POS = Parent over shoulder, συνθηματικό «σύρμα». Σημαίνει στην ιντερνετική γλώσσα «γονιός πάνω απ’ τον ώμο μου», δεν μπορώ να μιλήσω τώρα…
Ρ911 = Συναγερμός, γονείς! Από το Ρ (parent) και τον αριθμό 911 (το αμερικανικό της αμέσου βοηθείας)!
CD9 – Code 9 = Και πάλι συνθηματικό στον τύπο με τον οποίο «τσατάρεις» για το ότι εμφανίστηκε γονιός στο δωμάτιο! Εμπνευσμένο από τους συναγερμούς (code) της αμερικανικής αστυνομίας.
BRB = Επιστρέφω αμέσως («be right back»), όταν αφήνεις τη σελίδα ή βγαίνεις από το διαδίκτυο μέχρι να φύγει ο γονιός!
ASL = Από τα αρχικά των «age, σeξ, location» (ηλικία, φύλο, τόπος): Αποκλειστικά στο τσάτινγκ, για να ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις!
RTMS = Τα αρχικά τού «Ρώτα τη μάνα σου!» ή, μάλλον, «Rota ti mana sou»! Ευφυές και ξεκαρδιστικό. Αποκλειστικά και μόνο σε γραπτή επικοινωνία.
Διαβάστε
…………..1…………..
«Οι νέοι βγάζουν… γλώσσα»
Αυτός είναι ο τίτλος του νεανικού λεξικού που εκδόθηκε μόλις από το Γυμνάσιο Νέας Αλικαρνασσού. Για την έκδοσή του εργάστηκαν μαθητές της Γ’ τάξης του Γυμνασίου (Γ2, Γ4, Γ6), με υπεύθυνους καθηγητές τον Μιχάλη Μυστακέλλη και τη Μαρία Οικονομάκη.
…………..2…………..
Ι. Κατσίκης & Δ. Σπυρόπουλος, «Το αλφαβητάρι της γλώσσας των νέων – Ολα όσα πρέπει να ξέρεις και δεν σου έχουν πει για τη γλώσσα των νέων», εικον. Νότης Κατσέλης, εκδ. Δίαυλος
Είναι παλιό για τη συγκεκριμένη γλώσσα, βέβαια (από το 1999), αλλά έχει το γούστο του.
…………..3…………..
Α. Ιορδανίδου & Γ.Κ. Ανδρουτσόπουλος, «Πήρανε τη γλώσσα στο… κρανίο», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999 Στάσεις των ΜΜΕ απέναντι στη γλώσσα των νέων.
Διαφημίσεις που… μιλάνε αργκό
«Στη μάνα σου το είπες;» Ξεκαρδιστική διαφήμιση που στηρίζεται στην ιντερνετική αργκό. Ολο το αστείο βασίζεται ακριβώς στην αδυναμία του πατέρα να κατανοήσει τα περί ADSL, νταουνλόουντ και λοιπά που του αραδιάζει στεναχωρημένη η κόρη του.
«Πουτ δε κοτ ντάουν!» Φράση από διαφήμιση της NOVA που έγινε πολύ της μόδας πριν από τρία χρόνια. Χρησιμοποιείται χιουμοριστικά για να δηλώσει τον ψιλοβλάχο, ενώ αν την «γκουγκλάρετε» θα τη βρείτε και ως καταγγελτική φράση σε δεκάδες μπλογκ.
«…εν γιου αρ γουέιζερ φορ λάβερ μι». Η διαφήμιση του ραδιοσταθμού Freedom, όπου μια φωνή προσπαθεί να κάνει καραόκε στο «Ι was made for loving you» των KISS. Πανέξυπνο, γιατί η νεολαία μιλάει μια χαρά αγγλικά και άρα μόνο ξεκαρδιστικό θα το βρει – και οι μεγαλύτεροι που δεν τα μιλάνε θα το γυρίσουν στον 88,9!
(πηγή: http://www.otherside.gr)
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)